Η μάχη των Οχυρών

Δρ. Κωνσταντίνος Λαγός (βιογραφικό)

Καθηγητής Ιστορίας Σχολής Ικάρων, συγγραφέας


Τον Απρίλιο του 1941 και ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σε πλήρη εξέλιξη, τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά που κατασκευάστηκαν για να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την τελειότερη πολεμική μηχανή της εποχής… το ανίκητο μέχρι τότε Γ΄Ράιχ, που είχε υποτάξει όλους τους ευρωπαϊκούς στρατούς. Την ίδια στιγμή μεγάλος αριθμός οπλισμού και πυρομαχικών που εξόπλιζαν τα ελληνικά οχυρά, είχαν σταλεί ήδη το αλβανικό μέτωπο για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού, στη Βόρειο Ήπειρο (αλβανικό μέτωπο) που μάχονταν νικηφόρα τις μεραρχίες του Μουσολίνι …σε ένα πολέμου που είχε ξεκινήσει την 28 Οκτωβρίου 1940…

«Όταν όλος ο κόσμος είχε χάσει κάθε ελπίδα, ο Ελληνικός λαός τόλμησε να αμφισβητήσει το αήττητο του γερμανικού τέρατος αντιτάσσοντας το υπερήφανο πνεύμα της ελευθερίας».

Δήλωση του Προέδρου των Η.Π.Α. Φραγκλίνου Ρούσβελτ, ραδιοφωνικό του λόγο, στις 10 Ιουνίου 1943

Μάχη οχυρών Μπέλες Η μάχη των οχυρών στη στενωπό του Ρούπελ

Οχυρά Μπέλες

Η οροσειρά του όρους Μπέλες (ή Κερκίνη) χαρακτηρίζεται από τη στενή κορυφογραμμή της, η οποία αποτελεί και την οροθετική γραμμή μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Παρότι σχηματίζει ισχυρό φυσικό φραγμό μεταξύ των δύο κρατών, με το υψόμετρο στη Σιδηρόπετρα να φτάνει τα 2.031 μέτρα, δεν ευνοεί, επί της ελληνικής πλευράς, τη χάραξη αμυντικής τοποθεσίας, εξαιτίας των απότομων νότιων απολήξεων του όρους και τις βαθιές του χαραδρώσεις. Επίσης μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα από τις εχθρικές δυνάμεις, μέσω της κοιλάδας του Αξιού .

Το 1935 αποφασίστηκε η αμυντική τοποθεσία στην παραμεθόρια ζώνη, στα δυτικά του νομού Σερρών, να χαραχθεί επί του όρους Μπέλες και πλησίον της οροθετικής γραμμής, παρ’ ότι η τοποθεσία στερούνταν βάθους. Η προστασία της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Σιδηροκάστρου, που διερχόταν από τους πρόποδες του όρους Μπέλες και η δυνατότητα εκδήλωσης  επιθετικών επιχειρήσεων προς Βουλγαρία για κατάληψη του οδικού κόμβου του Πέτριτς και στη συνέχεια κατάληψη της κοιλάδας του Στρούμιτσα, θεωρήθηκαν κρίσιμα σημεία για την επιλογή της τοποθεσίας άμυνας. Έτσι  υπερίσχυσε το όρος Μπέλες έναντι της χάραξης επί των βόρειων καταπτώσεων του όρους Κρουσίων  .

Επίσης το όρος Μπέλες ενώ είναι αρκετά δύσβατο από την ελληνική πλευρά, παρουσιάζεται πολύ ομαλότερο από τη βουλγαρική, γεγονός που προσδίδει τακτικό πλεονέκτημα στον βουλγάρικο στρατό, καθώς σε περίπτωση κατάληψης του ορεινού όγκου από αυτόν, θα καταστούσε δυσχερείς τις επιχειρήσεις αντεπίθεσης του ελληνικού στρατού για την ανακατάληψη του όρους  .

Η μορφολογία του όρους Μπελές στο δυτικό του τμήμα, είναι ένα μείγμα απότομων πλαγιών με βαθιές χαραδρώσεις και έλλειψη «αμυντικού βάθους», με την κορυφογραμμή του Μπέλες να χαρακτηρίζεται ως «μιαν λεπτήν γραμμήν ως η κόψις εγχειριδίου» , που δεν επιτρέπει την κατασκευή υπόγειων οχυρών συγκροτημάτων .

Η κορυφογραμμή στο ανατολικό τμήμα του Μπέλες καταλήγει σε τρεις μακριές ράχες, με νοτιοανατολική κατεύθυνση προς τον ποταμό Στρυμόνα, στις οποίες ενδιάμεσα δημιουργούνται δυο βαθιές αδιάβατες κοιλάδες, της Σουλτανίτσας και Γιαννουτσίτσας. Σε αυτό το τμήμα του Μπέλες κατασκευάστηκαν την περίοδο 1936-1941 τα παρακάτω οχυρά: Στο ύψωμα 1.637μ. το οχυρό Ποποτλίβιτσα, βορείως  της λίμνης Κερκίνης. Ανατολικότερα σε υψόμετρο 1.338μ. κατασκευάστηκε το οχυρό Ιστίμπεη και ανατολικότερα από αυτό, το οχυρό Κέλκαγια σε υψόμετρο 1.050 μ. Πίσω από το Κέλκαγια σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων και πλησίον της οδού που οδηγεί στο Νέο Πετρίτσι κατασκευάστηκε το οχυρό Αρπαλούκι με την προωθημένη του διμοιρία να  της έχει αποδοθεί το όνομα «Δίδυμοι».

Καθώς η οχύρωση του ανατολικού Μπέλες εκτός από την έμφραξη των οδεύσεων που οδηγούσαν στο εσωτερικό της αμυντικής τοποθεσίας, ήταν προσανατολισμένη και στην υποστήριξη ελληνικής επίθεσης για την κατάληψη της βουλγάρικης πόλης Πέτριτς, τα ελληνικά οχυρά κατασκευάστηκαν σε μικρή απόσταση από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, με τα προωθημένα πολυβολεία του οχυρού Ιστίμπεη να απέχουν από τη συνοριακή γραμμή μόλις 200 μέτρα. 

Μάχη οχυρών Μπέλες

Τα οχυρά του Μπέλες υπάγονταν στην XVIII (18η) Μεραρχία, η οποία είχε τομέα από το Τριεθνές (Ελλάδα – Βουλγαρία – Γιουγκοσλαβία) μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα. Αυτό το μέτωπο της Μεραρχίας, μήκους περίπου 40 χιλιομέτρων, χωριζόταν σε τρεις υποτομείς. Στον δυτικό Υποτομέα Ροδοπόλεως, στον οποίο δεν υπήρχε οχυρό αλλά Κέντρα Αντίστασης (ΚΑ) με έργα εκστρατείας, στον κεντρικό Υποτομέα Ρουπέσκο στον οποίο υπαγόταν το οχυρό Ποποτλίβιτσα και στον ανατολικό Υποτομέα Θύλακος με τα οχυρά Ιστίμπεη, Κέλκαγια, Αρπαλούκι και το οχυρό Παληουριώνες. Το οχυρό Παληουριώνες  βρισκόταν στην δυτική πλευρά της στενωπού Ρούπελ, απέναντι από το οχυρό Ρούπελ.

Στις 05:30 την 6 Απριλίου 1941 ξεκίνησε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα με τα γερμανικά τάγματα να εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος. Το 1ο Τάγμα του 85ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών (Ι/85) της 5η Γερμανική Ορεινή Μεραρχία διέρχονταν τα ελληνικοβουλγαρικά σύνορα με σκοπό να καταλάβει το οχυρό Ποποτλίβιτσα. Ταυτόχρονα κινήθηκε και το 3ο  Τάγμα (ΙΙΙ/85)  με κατεύθυνση προς το οχυρό Ιστίμπεη  . Λίγο αργότερα το 3ο Τάγμα του 100ου Συντάγματος (ΙΙΙ/100) επιτέθηκε στο οχυρό Κέλκαγια  . Παράλληλα το σύνολο της παραμεθόριας ζώνης  βομβαρδίζονταν από το γερμανικό πυροβολικό και σμήνη αεροσκαφών πρόσβαλαν τα ελληνικά οχυρά και τα ενδιάμεσα σε αυτά Σημεία Στηρίγματος. Παρόλη όμως της προπαρασκευή πυροβολικού και τους βομβαρδισμούς με αεροσκάφη κάθετης εφόρμησης, η γερμανική επίθεση του  85ου και 100ου  Συνταγμάτων Ορεινών Κυνηγών απέτυχαν. Όλα τα γερμανικά όπλα πεζικού και πυροβολικού ήταν ανεπαρκή για την καταστροφή των επιφανειακών έργων των οχυρών, ενώ ούτε θα φλογοβόλα λειτουργήσαν, πιθανώς λόγω του μεγάλου υψόμετρου  .

Στη συνέχεια των γερμανικών επιθέσεων, από απόσταση περίπου 250-600 μέτρων αντιαεροπορικά πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς των 88 χιλιοστών, σφυροκοπούσαν τα πολυβολεία και τα φατνώματα του οχυρού Ιστίμπεη  . Η μόνη γερμανική επιτυχία τις πρώτες ώρες της εισβολής ήταν η κατάληψη του Σημείο Στηρίγματος  Άσπρη Πέτρα, μεταξύ των οχυρών Ιστίμπεη και Κέλκαγια   και η διείσδυση μιας γερμανικής περίπολου, η οποία με σκοινιά κατέβηκε από χαράδρα στην περιοχή Σουλτανίτσα, (600 μέτρα νοτίως του οχυρού Ποποτλίβιτσα) και από εκεί κινήθηκε προς τη γέφυρα του Στρυμόνα στη Βυρώνεια  την οποία και κατέλαβε  .

Η «αχίλλειος πτέρνα» των οχυρών όμως, ήταν η πλευρά των έργων με τη θυρίδα βολής, παρότι το φάτνωμα διέθετε θωράκιση και η θυρίδα βολής έκλεινε με δίφυλλη χαλύβδινη θύρα  . Οι Γερμανοί με άμεσες βολές ευθυτενούς τροχιάς έβαλαν εναντίων των θυρίδων βολής, με αποτέλεσμα να εξουδετερώσουν τα μετωπικά πολυβολεία των οχυρών Ιστίμπεη και Κέλκαγια . Το ίδιο συνέβη και στο οχυρό Ποποτλίβιτσα όπου τελικά γερμανικό τμήμα κατάφερε να επικαθήσει επί του υψώματος, χωρίς όμως να μπορέσει να καταλάβει το οχυρό  . Το ξημέρωμα της δεύτερης ημέρας της μάχης, τα οχυρά Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη και Κέλκαγια, συνέχιζαν τον ηρωικό τους αγώνα μόνα τους, χωρίς καμία υποστήριξη, καθώς η ελληνική Μεραρχία που υποστήριζε τα οχυρά συμπτύχθηκε  . Οι γερμανικές δυνάμεις ενίσχυσαν τις δυνάμεις και μετέφεραν 200 κιλά βενζίνης και 250 κιλά εκρηκτικών στο οχυρό Ιστίμπεη. Αντίστοιχες ποσότητες ακάθαρτου πετρελαίου για την παραγωγή καπνού εντός των στοών και εκρηκτικών, μετέφεραν και επί του οχυρού Ποποτλίβιτσα  , ενώ προσπάθησαν να εισέλθουν, εντός του οχυρού χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ανατολικότερα στο οχυρό Ιστίμπεη, γερμανικό τμήμα από ανατιναγμένο σκέπαστρο επιχείρησε δυναμική καθόδο στο εσωτερικό του οχυρού, οι οποίες όμως εξουθενώθηκαν από τη φρουρά του οχυρού. Βλέπονταν οι Γερμανοί ότι η κατάληψη του οχυρού με αγώνα εντός των στοών ήταν αδύνατη, διοχέτευσαν μέσα στο οχυρό μεγάλη ποσότητα βενζίνης την οποία  ανάφλεξαν, φράζοντας παράλληλα τα κατεστραμένα φατνώματα με πέτρες και ξύλα. Η κατάσταση στα καταφυγίων του οχυρού ήταν πλέον αποπνικτική.  Τελικά ο διοικητής του οχυρού Ιστίμπεη, Ταγματάρχης Πεζικού Ξανθός Πικουλάκης, αποφάσισε ώρες (περίπου στις 16:00) την παράδοση του οχυρού για να αποφευχθεί βέβαιος θάνατος των ανδρών του από ασφυξία. Οι συνολικές απώλειες  του  οχυρού Ιστίμπεη κατά το διήμερο αγώνα ανήλθαν στους 25 νεκροί και 70  τραυματίες . 

Και στο οχυρό Κέλκαγια οι γερμανικές δυνάμεις τοποθέτησαν μηχάνημα εκτόξευσης αερίων στα φατνώματα των κατεστραμμένων πολυβολείων, διοχετεύοντας πυκνό μολυσματικό καπνό. Άλλο γερμανικό τμήμα κατέστρεψε την κεντρική είσοδο του οχυρού και  προσπάθησε να εισβάλει εντός του οχυρού. Απωθήθηκε όμως από τους Έλληνες μαχητές με οπλοπολυβόλα και ξιφολόγχες. Η ελληνική φρουρά αντιστέκονταν. Οι Γερμανοί όμως συνέχιζαν τη ρίψη ασφυξιογόνων αερίων και δεσμίδων από δυναμίτη μέσα στο οχυρό, καθώς και πυρά με φλογοβόλα στα ενεργητικά σκέπαστρα. Τελικά κατάσταση στο εσωτερικό του οχυρού Κέλκαγια είχε γίνει ασφυχτική. Η χρήση αντιασφυξιογόνων μασκών και οι χειροκίνητοι ανεμιστήρες δεν ήταν αποτελεσματικοί σε τόσο πυκνούς καπνούς, οι οποίοι δεν είχαν και δίοδο διαφυγής, καθώς τα φατνώματα είχαν μπαζωθεί από τους γερμανικά τμήματα.   Ο ιατρός του οχυρού που μιλούσε γερμανικά, μέσω ενός τηλεβόα διαμήνυσε στους Γερμανούς ότι το οχυρό θα παραδοθεί. Μεταφέρθηκε εκτός του οχυρού λιπόθυμος ο διοικητής του οχυρού Λοχαγός Πεζικού Τηλέμαχος Ζακυνθινός, καθώς δεν φορούσε μάσκα για να μπορεί να δίνει διαταγές. Οι συνολικές απώλειες  του  οχυρού Κέλκαγια κατά το διήμερο αγώνα  ανήλθαν σε 20 νεκροί και 35  τραυματίες.

Με το οχυρό Κελκαγιά υπό κλοιό και χωρίς τη δυνατότητα να υποστηρίξει με πυρά το οχυρό Αρπαλούκι, άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός στο οχυρό συγκρότημα Δίδυμοι. Με πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, βαθμιαία κατέστρεψαν τα επιφανειακά έργα ενώ παράλληλα συνεχίζονταν ο βομβαρδισμός του κυρίως συγκροτήματος Αρπαλούκι. Το μεσημέρι κατάφεραν γερμανικά τμήματα του 100ου Συντάγματος (ΙΙΙ/100) να επικαθήσουν επί του προωθημένου συγκροτήματος Δίδυμοι, όπου και έφραζαν τα φατνώματα, ενώ διοχέτευαν εντός του οχυρού καπνό και εκρηκτικά. Τελικά και η  φρουρά του έργου Διδύμοι, αποτελούμενη από 100 άνδρες, αναγκάστηκε να παραδοθεί. 

Ξημερώματα της 8 Απριλίου 1941 εκκενώθηκε και το οχυρό Αρπαλούκι, ώστε να γλυτώσει η φρουρά του από θάνατο, με τις συνολικές απώλειες  του  οχυρού Αρπαλούκι να   ανέρχονται  στους 47 νεκροί και 15  τραυματίες  .  Λίγες ώρες μετά (περίπου στις 19:00) παραδόθηκε και η φρουρά του οχυρού Ποποτλίβιτσα, καθώς είχαν καταστραφεί πλήρως οι θυρίδες και τα φατνώματα του οχυρού, ενώ οι ρίψεις δοχείων καπνού και βενζίνης, είχαν κάνει την ατμόσφαιρα εντός των στοών αποπνικτική.

Τα οχυρά της στενωπού Ρούπελ

Ο ποταμός Στρυμόνας πηγάζει από τα όρη Βίσκερ, Λιούλιν και Βιτόσα και αφού διανύσει 215 χιλιόμετρα στο βουλγαρικό έδαφος, εισέρχεται στην Ελλάδα, όπου για 11 περίπου χιλιόμετρα συμπιέζεται από τα όρη Μπέλες (Κερκίνη) και Τσιγγέλι (Άγκιστρο), σχηματίζοντας τη στενωπό Ρούπελ. Στη συνέχεια ακολουθεί μια πορεία 100 χλμ και εκβάλλει στο Στρυμονικό κόλπο  .

Το υψίπεδο Σόφιας – Σμακόβου και η ύπαρξη πλούσιου οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου επιτρέπει τη συγκέντρωση εχθρικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Βουλγαρίας και την ταχεία προώθησή τους, από την Άνω κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα μέσω της στενωπού Ρούπελ προς το νότο, με σκοπό την ταχεία κατάληψη της πεδιάδας των Σερρών και της Θεσσαλονίκης  . Ο «άξονας εισβολής του Στρυμόνα» όμως φιλτράρεται από τη στενωπό Ρούπελ, της οποίας, η κατά μέτωπο διάνοιξη είναι δυσχερής.  Είναι η μοναδική τοποθεσία που προσφέρεται για ισχυρή αμυντική οργάνωση, καθώς το νότιο τμήμα της κοιλάδας του Στρυμόνα στερείται βάθους και ισχυρών τοποθεσιών άμυνας .

Το πλάτος της στενωπού κυμαίνεται από 500 έως 2000 μέτρα και του ποταμού, εντός της στενωπού, από 80 έως 100 μέτρα. Οι συγκλίνοντες βραχώδες παραφυάδες προς το  Στρυμόνα,  βορειοανατολικά του όρους Μπέλες και βορειοδυτικά  του όρους Αγκίστρου, είναι απότομες και κατατέμνονται ακανόνιστα από χαραδρώσεις. Επίσης εντός του ποταμού σχηματίζονται νησίδες από φερτούς όγκους άμμου και χαλικιών, με το βάθος του ποταμού να είναι μεταβαλλόμενο. Η μοναδική οδική αρτηρία της στενωπού είναι στην ανατολική της πλευρά  και συνδέει το χωριό Κουλάτα με το Σιδηρόκαστρο Σερρών  . 

Η ανάγκη της έμφραξης αυτού του άξονα εισβολής διαφάνηκε με την διεύρυνση της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας, αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913. Την περίοδο 1914 έγινε η πρώτη προσπάθεια οχύρωσης της στενωπού  με την κατασκευή έργων εκστρατείας επί του υψώματος Ρούπελ και την ενίσχυσή του με πυροβόλα για την εκτέλεση ανασχετικών πυρών  . Την περίοδο 1936-1941 στο πλαίσιο της οχύρωσης της παραμεθόριας ζώνης κατασκευάστηκαν δύο οχυρά. Το οχυρό Παληουριώνες στη δυτική όχθη του ποταμού Στρυμόνα επί των παρυφών του όρους Μπέλες και το οχυρό Ρούπελ στην ανατολική όχθη του ποταμού, επί των παρυφών του όρους Αγκίστρου. Το συγκρότημα Ουσίτα ήταν το δυτικότερο τμήμα του οχυρού Ρούπελ και τα πρώτα έτη της κατασκευής της οχύρωσης αναφέρονταν ως ξεχωριστό οχυρό. Στους γερμανικούς χάρτες το οχυρό Ρούπελ, αναφέρεται ως «Usita werk», ενώ με την ονομασία Ρούπελ (Rupel), ο γερμανικός στρατός ονόμαζε τη στενωπό «Rupel pass»,καθώς και το παρακείμενο χωρίο (Κλειδί). Επίσης σε γερμανικούς χάρτες με την ονομασία «Ochiron Rupel» αναφέρονταν στο οχυρό Ανασχέσεως της περιόδου 1914.

Καθώς η οχύρωση της στενωπού ήταν προσαρμοσμένη στην εχθρική απειλή και σε πλήρη αναλογία με αυτή, ήταν επακόλουθο  τα οχυρά της περιοχής να συγκεντρώνουν ένα μεγάλο όγκο πυρών. Στα δύο οχυρά είχαν διατεθεί 131 πολυβόλα Σεντ Ετιέν, που αναλογεί στο 22% του συνολικού αριθμού πολυβόλων, που εξόπλιζαν τα οχυρά της παραμεθόριας ζώνης.

Η μάχη των οχυρών στη στενωπό του Ρούπελ

Ο ποταμός Στρυμόνας ήταν το όριο μεταξύ της XVIII (18ης) Μεραρχίας με τομέα το όρος Μπέλες και της XΙV (14ης) Μεραρχίας με τομέα το όρος Άγκιστρο και ανατολικότερα. Το οχυρό Παληουριώνες ανήκε στον Υποτομέα Θύλακος της XVIII Μεραρχίας, ενώ το οχυρό Ρούπελ στον Δυτικό Υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου της XΙV Μεραρχίας .

Τις πρωινές ώρες της 6 Απριλίου 1941 ξεκίνησε η γερμανική επίθεση εναντίον των ελληνικών θέσεων. Ανατολικά του Στρυμόνα και στη ζώνη ευθύνης του οχυρού Ρούπελ επιτέθηκε το 125 Ενισχυμένο Σύνταγμα Πεζικού, ενώ δυτικά του Στρυμόνα το 1ο τάγμα του 100ου Συντάγματος Ορεινών Κυνηγών (Ι/100) στη ζώνη ευθύνης του οχυρού Παληουριώνες, στο πλαίσιο του «Ι άξονα εισβολής», όπως καθόριζε το σχέδιο «Μαρίτα». Η γερμανική  επίθεση εκδηλώθηκε με μαζικά πυρά πυροβολικού εναντίον των ελληνικών οχυρωμένων θέσεων και εφορμήσεις αεροσκαφών «στούκας», εναντίον του Κέντρου Άμυνας (ΚΑ) του υψώματος Καπίνα, όπου αμύνονταν το 2ο Τάγμα του 81ου Συντάγματος Πεζικού (ΙΙ/81), που ήταν ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των οχυρών Ρούπελ και Καρατάς. Όλη η περιοχή φλέγονταν από τους ακατάπαυστους βομβαρδισμούς του γερμανικού πυροβολικού και της αεροπορίας, ενώ σκόνη και καπνός έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.

Τα γερμανικά τμήματα είχαν σκοπό την ταυτόχρονη κατά μέτωπο επίθεση στην ελληνική οχυρωμένη τοποθεσία, την ταχεία διάσπαση του ΚΑ Καπίνα και την εισχώρηση στο εσωτερικό της τοποθεσίας για την κατάληψη της γέφυρας του Στρυμόνα, που θα συνδυάζονταν και με παράλληλη διείσδυση μέσω του ποταμού με λέμβους εφόδου.

Στις 08:30 το 1οΤάγμα (Ι/125) εισερχόμενο στη στενωπό του Ρούπελ κινούμενο στην ανατολική όχθη του ποταμού Στρυμόνα, βρέθηκε ανάμεσα στο διασταυρούμενο πυρ των οχυρών Ρούπελ και Παληουριώνες. Ήταν τόσο πυκνός και εύστοχος ο ελληνικός φραγμός πυρών, που είχε σαν αποτέλεσμα να προκαλέσει την αποδιοργάνωση του γερμανικού τάγματος και την σύμπτυξη του, με το διοικητή του τάγματος να τραυματίζεται σοβαρά.

Παράλληλα οι Λόχοι του 2ου Τάγματος (ΙΙ/125) προσπάθησαν να διεισδύσουν στο εσωτερικό της τοποθεσίας, εκμεταλλευόμενοι τις χαραδρώσεις του εδάφους ανάμεσα από τα οχυρά Ρούπελ και Καρατάς, αλλά υπέστησαν βαριές απώλειες. Ενδεικτικά από τον 7ο Λόχο  (7/ΙΙ/125) που συγκροτούνταν από πέντε τμήματα των είκοσι ανδρών, διείσδυσαν μόλις 60 άνδρες και κινήθηκαν προς το χωριό Κλειδί, ενώ από τον 6ο Λόχο(6/ΙΙ/125), που ακολουθούσε διασώθηκε μόλις μιάμιση διμοιρία.

Τελικά τα γερμανικά τμήματα του 2ου Τάγματος που κατάφεραν να προωθηθούν, συγκρότησαν μια δύναμη που αριθμούσε περίπου εκατό είκοσι άνδρες και υπό την πίεση ελληνικού αποσπάσματος που τους  κατεδίωκε,διασπάστηκαν σε μικρότερες ομάδες με σκοπό να διασκορπιστούν για να καταδείξουν στην Γερμανική αεροπορία στόχους. Οι περιοχές που επισήμαναν ήταν το ύψωμα Τέπελαρ (υψ. Κορυφή), το ύψωμα Κρακώρ (υψ.249), το παρατηρητήριο του ελληνικού πυροβολικού, η γέφυρα των Λουτρών, καθώς και αντιαρματικά περιπόλια στην όχθη του ποταμού Στρυμόνα

Γενικά την πρώτη ημέρα της «Μάχης των οχυρών» όλες οι επιθέσεις των Γερμανικών Λόχων που επιχείρησαν, είτε να προσεγγίσουν τα ενεργητικά σκέπαστρα των οχυρών, είτε να διεισδύσουν στο εσωτερικό της τοποθεσίας, απέτυχαν με μεγάλες απώλειες. Σε αυτό συνέβαλε και το εκτός οχυρών πυροβολικό με τις εύστοχες βολές του. Από τη δυτική πλευρά του Στρυμόνα οι ορεινοί κυνηγοί του 1ου Τάγματος του 100ου Συντάγματος (Ι/100), που επιτέθηκαν στο οχυρό Παληουριώνες δεν σημείωσαν καμία πρόοδο, καθηλωμένοι από το καταιγιστικό πυρ του οχυρού.

Τη δεύτερη ημέρα της μάχης τα γερμανικά τμήματα αφού ανασυντάχθηκαν ετοιμάστηκαν για την εκδήλωση καινούριας επίθεσης. Κατόπιν προπαρασκευής πυροβολικού, το 1οΤάγμα (Ι/125) κινήθηκε εναντίον του έργου Ουσίτα, και το 3οΤάγμα (ΙΙΙ/125) εναντίον των ανατολικών θέσεων του οχυρού Ρούπελ και του υψώματος Καπίνα. Τα εύστοχα πυρά όμως του ελληνικού πυροβολικού ματαίωσαν  την επίθεση των γερμανικών ταγμάτων, που ήταν αναπτυγμένα εμπρός από το οχυρό Ρούπελ, ενώ τμήματα του 3ου Τάγματος (ΙΙΙ/125) σποραδικά διείσδυσαν στο εσωτερικό της αμυντικής τοποθεσίας αλλά με απώλειες.

Μετά από ολοήμερη μάχη μεταξύ των ελληνικών τμημάτων επιφανείας και των γερμανικών διεισθέντων δυνάμεων από το 2οΤάγμα (ΙΙ/125), οι γερμανικές δυνάμεις που παρεισφρήσαν στα μετόπισθεν αριθμούσαν περίπου 200 άνδρες και αναπτύχθηκαν αμυντικά στο ύψωμα Γκολιάμα (υψ. 652). Στην δυτική πλευρά του Στρυμόνα καμία γερμανική επίθεση δεν εκδηλώθηκε στο οχυρό Παληουριώνες, εκτός από ανταλλαγές πυροβολισμών, καθώς το 1ο Τάγμα (Ι/100)  έκρινε, ότι με δύο λόχους κρούσης που διέθετε, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει το οχυρό. Η μόνη επιτυχία των γερμανικών δυνάμεων τη δεύτερη ημέρα της μάχης ήταν η καταστροφή της 2η πυροβολαρχία 6 δακτύλων (Πυροβολαρχία Κυριακίδη),που βρίσκονταν πίσω από το ύψωμα Κρακώρ (υψ.249),τη θέση της οποίας κατάδειξαν οι γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονταν στα μετόπισθεν.

Την τρίτη ημέρα της μάχης, τo οχυρό Ρούπελ συνέχισε να δέχεται από τις πρωινές ώρες βομβαρδισμό από το γερμανικό πυροβολικό και την αεροπορία, που επαναλαμβάνονταν καθόλη τη διάρκεια της μέρας. Παράλληλα οργανώνονταν νέα γερμανική επίθεση από τμήματα του 3ου Τάγματος (ΙΙΙ/125), η οποία εκδηλώθηκε στην ανατολική πλευρά του οχυρού με τρία τμήματα εφόδου, υποστηριζόμενα από βαρύ πυροβολικό και  πυροβόλα εφόδου. Όμως και αυτή η γερμανική επίθεση ματαιώθηκε, από το σφοδρό και εύστοχο πυρ του ελληνικού πυροβολικού.

Το 1ο Τάγμα (Ι/100) επειδή είχε βαριές απώλειες δεν ανέλαβε καμία επιθετική δράση εναντίον του οχυρού Παληουριώνες. Αργά το απόγευμα το 3ο Τάγμα του 100ου Συντάγματος ορεινών κυνηγών (ΙΙΙ/100) που κατέρχονταν από το όρος Μπέλες, καθώς είχε καταληφθεί το οχυρό Αρπαλούκι, επιτέθηκε από τα νότια στο οχυρό, με ισχυρό τμήμα εφόδου, αλλά απωθήθηκε από τα πυρά των ελληνικών πολυβόλων. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η 5η Γερμανική Ορεινή Μεραρχία, που είχε διασπάσει την οχυρωμένη τοποθεσία του Μπέλες, ετοιμάζονταν να διαβεί τον ποταμό Στρυμόνα.

Τις πρωινές ώρες της 9 Απριλίου 1941, με τα οχυρά της στενωπού Ρούπελ να είναι απόρθητα, διεξήχθη τρία χιλιόμετρα περίπου νότια του οχυρού Ρούπελ, η «μάχη των Λουτρών Σιδηροκάστρου». Το 41ο Σύνταγμα Πεζικού, είχε λάβει αποστολή μαζί και με άλλες ελληνικές δυνάμεις, την εξάλειψη του γερμανικού προγεφυρώματος στο ύψωμα Γκολιάμα συνολικής δύναμης περίπου 500 ανδρών και εξοπλισμένοι με 10 όλμου, 20 πολυβόλα και πλήθος ολμίσκων και οπλοπολυβόλων. Το προγεφύρωμα είχαν δημιουργήσει γερμανικά τμήματα του 2ου Τάγματος  (ΙΙ/125) και ομάδες της 5ης γερμανική ορεινή μεραρχία που το είχαν ενισχύσει περνώντας τον ποταμό Στρυμόνα.

Η επίθεση των ελληνικών δυνάμεων εναντίον του γερμανικού προγεφυρώματος, έγινε κάτω από δυσμενείς συνθήκες. Αφενός λόγω της πυκνής ομίχλης που επικρατούσε στην περιοχή, αφετέρου λόγω μη συντονισμού των ελληνικών τμημάτων που οφείλονταν στην έλλειψη μέσων επικοινωνίας. Η μάχη ήταν σκληρή και ιδιαίτερα φονική, ενώ  διήρκησε  μέχρι και τις βραδινές ώρες, χωρίς όμως να καταστεί εφικτή η άρση του γερμανικού θύλακα .

Παράλληλα με τη μάχη στο ύψωμα των Λουτρών Σιδηροκάστρου (υψ.520), το οχυρό Ρούπελ τις 14:00 δέχονταν σφοδρό βομβαρδισμό διάρκειας μια ώρα  περίπου, που το διαδέχθηκε επίθεση του 1ου Τάγματος (Ι/125) προς το έργο Ουσίτα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η επίθεση περατώθηκε περίπου στις 17:00, με Γερμανούς κήρυκες οι οποίοι κρατώντας λευκές σημαίες στο ύψος του έργου Ουσίτα, γνωστοποίησαν σε αντιπροσωπεία του οχυρού Ρούπελ, την είσοδο της 2ης Γερμανικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας στην πόλη της Θεσσαλονίκης, και την υπογραφή συνθηκολόγησης. Η ελληνική αντιπροσωπεία ακούγοντας με δυσπιστία τους Γερμανούς αρνήθηκαν την παράδοση του οχυρού και αποφάσισαν από κοινού προσωρινή εκεχειρία, για την αποφυγή άσκοπων απωλειών και συνάντηση την επόμενη ημέρα το πρωί. Το πρωί της 10 Απριλίου 1941 πραγματοποιήθηκε η παράδοση των οχυρών. Στο οχυρό Παληουριώνες παρατάχθηκε γερμανικό τμήμα για την απόδοση τιμών, με το Γερμανό Συνταγματάρχη να δίνει συγχαρητήρια στην ελληνική φρουρά του οχυρού για την ηρωική τους αντίσταση. Αντίστοιχη τιμητική εκδήλωση έδινε και προς το διοικητή του οχυρού Ρούπελ

Τα οχυρά του Κάτω Νευροκοπίου

Το υψίπεδο του Κάτω Νευροκοπίου βρίσκεται σε υψόμετρο 545 μέτρων, απέχει περίπου 12 χιλιόμετρα από την ελληνοβουλγαρική συνοριακή γραμμή και 40 χιλιόμετρα από την πόλη της Δράμας. Το υψίπεδο είναι πεδιάδα τετραγωνικού περίπου σχήματος πλευράς 8 χιλιομέτρων και προσφέρει περιορισμένη κάλυψη καθώς υπάρχουν μόνο  συστάδες δέντρων και μικρών θάμνων . Μοναδικό χαρακτηριστικό  σημείο είναι ένα βραχώδες ύψωμα εμβαδού περίπου ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου, στη βάση του οποίου είναι χτισμένο το χωριό Οχυρό.

Από το υψίπεδου του Κάτω Νευροκοπίου διέρχεται ο δεύτερος μεγαλύτερος άξονας εισβολής  στην Ελλάδα από βορρά μετά τη στενωπό Ρούπελ. Εχθρικές δυνάμεις μέσω των συνοριακών διαβάσεων Ακρίνου και Εξοχής, εύκολα μπορούσαν να προσεγγίσουν το Κάτω Νευροκόπι, η κατάληψη του οποίου θα τους επέτρεπε:

            α. μέσω των διαβάσεων Περσέκ και Βροντούς, να προωθήσουν δυνάμεις στην πεδιάδα των Σερρών.

            β. μέσω της διάβασης Καλαποτίου και στενωπού Γρανίτου, να προωθήσουν δυνάμεις στην πεδιάδα της Δράμας.

Ενδεχόμενη απώλεια των πεδιάδων αυτών και  των πόλεων των Σερρών και της Δράμας, θα συνεπαγόταν απώλεια της Ανατολικής Μακεδονίας, κατάληψη της Καβάλας και θα διακυβευόταν άμεσα η ασφάλεια της Θεσσαλονίκης.

            Τον Οκτώβριο του 1936 αποφασίστηκε αρχικά από το ΓΕΣ η οχύρωση της περιοχής του Κάτω Νευροκοπίου με οχυρά, που θα κατασκευάζονταν δυτικά της επαρχιακής οδού Δράμα – Κάτω Νευροκόπι.  Οι περιοχές που επιλέχθηκαν για την κατασκευή οχυρών ήταν πέντε:

            α.  Επί της Μαλιάγκα στο όρος Καρά (Οχυρό Μαλιάγκα).

            β.  Βορειοανατολικά του χωριού Περιθώρι (Οχυρό Περιθώρι).

            γ. Συνδετικό έργο, μεταξύ των δυο προηγούμενων περιοχών επί του υψώματος 900 (Διμοιρία Ε΄ οχυρού Μαλιάγκα).

            δ. Στο Λίσσε (Οχυρό Λίσσε).

            ε. Στο Λόφο Πυραμιδοειδές 2,5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Γρανίτη (Οχυρό Πυραμιδοειδές)  .

      Στο πλαίσιο  οχύρωσης της περιοχής και της απαγόρευσης κίνησης εχθρικών δυνάμεων μέσω του υψιπέδου του Κάτω Νευροκοπίου, το έτος 1937 η ΚΕΟ ξεκίνησε τη μελέτη δημιουργίας αντιαρματικής τοποθεσίας  μεταξύ των οχυρών Περιθώρι και Λίσσε. Αρχικά απορρίφθηκε η κατασκευή αντιαρματικών έργων στη γραμμή Περιθώρι – Λίσσε, καθώς ήταν το χαμηλότερο σημείο του υψιπέδου και συγκρατούσε μεγάλες ποσότητες νερού κατά τους χειμερινούς μήνες, ενώ τους θερμότερους μετατρεπόταν σε έλος. Η θεμελίωση και κατασκευή οχυρωματικών έργων σε τόσο ασταθές έδαφος θα ήταν προβληματική. Επίσης εκτός των αντιαρματικών πυροβολείων, η οχύρωση της γραμμής Περιθώρι – Λίσσε θα απαιτούσε την εξασφάλιση σημαντικού κονδυλίου για την κατασκευή και συντήρηση μεγάλου αντιαρματικού κωλύματος μήκους περίπου 10.000 μέτρων. Τελικά αποφασίστηκε η κατασκευή αντιαρματικών κωλυμάτων και πυροβολείων στην τοποθεσία Παρταλούσκα – Κρέστη .

Την αντιαρματική άμυνα της περιοχής συμπλήρωναν τα οχυρά  Παρταλούσκα και Ντάσαβλι, που αποπερατώθηκαν την περίοδο 1939 – 1940 . Αυτά τα δύο οχυρά, που αποτελούσαν τη δεύτερη σειρά οχυρών του υψιπέδου, παρότι ήταν τα δύο μικρότερα από τα 21 οχυρά της παραμεθόριας ζώνης παρουσίαζαν αυξημένες αντιαρματικές δυνατότητες. Ενδεικτικό είναι ότι από τα 24 αντιαρματικά πυροβόλα 37 χιλιοστών που εξόπλιζαν συνολικά τα ελληνικά οχυρά, τα πέντε εξ αυτών τοποθετήθηκαν στα οχυρά  Παρταλούσκα και Ντάσαβλι .

Η  μάχη των οχυρών στο Κάτω Νευροκόπι

Τη διάσπαση της οχυρωμένης τοποθεσίας του Κάτω Νευροκοπίου ανέλαβε η 72η Γερμανική Μεραρχία, υλοποιώντας το δεύτερο άξονα εισβολής της γερμανικής επίθεσης. Η Μεραρχία είχε σαν αποστολή να κινηθεί μέσω του υψιπέδου του Κάτω Νευροκοπίου και τη διάβαση Κάτω Βροντού, προς Σέρρες και από εκεί, μέσω της πεδιάδας του Στρυμόνα, προς Θεσσαλονίκη. Επίσης σε περίπτωση ανάγκης είχε αποστολή να κινηθεί βορειοδυτικά για την υποστήριξη της μετωπικής επίθεσης στη στενωπό Ρούπελ .

Για την επίθεση στο Κάτω Νευροκόπι την 6 Απριλίου 1941, η 72η Γερμανική Μεραρχία συγκρότησε τρεις ομάδες κρούσης: Το Δεξιό Συγκρότημα Κρούσης, δυνάμεως δύο ταγμάτων (Ι/124 ΣΠ και ΙΙ/124 ΣΠ)  είχε αποστολή να καταλάβει το χωριό Περιθώρι και από κει μέσω της διάβασης της Κάτω Βροντούς να κινηθεί προς Σέρρες. Το Συγκρότημα Κρούσης Κέντρου, δυνάμεως τεσσάρων ταγμάτων (105 ΣΠ και ΙΙ/266 ΣΠ)  είχε και αυτό αποστολή την διάσπαση της τοποθεσίας του Νευροκοπίου και κίνηση προς  Σέρρες. Το Αριστερό Συγκρότημα Κρούσης δυνάμεως ενός ενισχυμένου Λόχου (10ος/266 ΣΠ)  την κίνηση του μέσω στενωπό Γρανίτου στο εσωτερικό της ελληνικής τοποθεσίας.

Τις πρωινές ώρες της 06 Απριλίου 1941 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση εναντίον των ελληνικών οχυρών θέσεων. Η επίθεση του δεξιού συγκροτήματος προς το οχυρό Μαλιάγκα, απέτυχε υπό το σφοδρό πυρ του οχυρού  .Την ίδια τύχη είχε και η γερμανική επίθεση προς το οχυρό Περιθώρι, παρότι βομβαρδίστηκε διαδοχικά, από τη γερμανική αεροπορία και το πυροβολικό. Η μόνη επιτυχία του γερμανικού στρατού ήταν η καταστροφή πέντε  επιφανειακών έργων (Α8, Β13, ΑΔ23, Β27 και ΒΡ28)  του οχυρού με ευθυτενείς βολές πυροβόλων τις «ευάλωτες» θυρίδες βολής (φατνώματα) των πολυβολείων του οχυρού . Παράλληλα το Συγκρότημα Κρούσης Κέντρου συνοδευόμενο με πυροβόλα εφόδου και κινούμενο σε πυκνούς σχηματισμούς, μόλις έφτασε σε απόσταση 800 -1000 μέτρων από το οχυρό Λίσσε, δέχτηκε συντονισμένο φραγμό πυρός από όπλα πεζικού και πυροβολικού. Ο καταιγισμός πυρών προκάλεσε μεγάλες απώλειες στις γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες σε πλήρη σύγχυση προσπαθούσαν να ανασυνταχθούν. Απέτυχε και δεύτερη γερμανική επίθεση εναντίον του οχυρού Λίσσε που εκδηλώθηκε στις 16:30 την ίδια μέρα. Το γερμανικό αντιαεροπορικό πυροβολικό, από ακάλυπτες θέσεις προσπάθησε με ευθυτενείς βολές να προσβάλει τα φατνώματα των επιφανειακών έργων του οχυρού Λίσσε, προσβλήθηκε όμως και αυτό, τόσο από το εκτός οχυρών ελληνικό πυροβολικό, όσο και από τα γειτονικά οχυρά που το ανάγκασαν να συμπτυχθεί .

Άκαρπες και με βαριές απώλειες για τις γερμανικές δυνάμεις ήταν και οι προσπάθειες τους τη δεύτερη ημέρα της μάχης (07 Απριλίου 1941) να κάμψουν την ελληνική αντίσταση. Απέτυχαν να καταλάβουν την  νοτιοδυτική πλευρά του υψώματος του οχυρού Λίσσε, όπως και  οι επιθέσεις τους στα οχυρά Μαλιάγκα, Περιθώρι  και Ντάσαβλη. Ενδεικτική εικόνα της έντασης της μάχης, είναι η προσπάθεια των Γερμανών να καταλάβουν το οχυρό Περιθώρι.

Την 09:00 γερμανικό τμήμα δυνάμεως περίπου Λόχου, κατάφερε εκμεταλλευόμενος τις νεκρές γωνίες πυρός του οχυρού από τα πολυβολεία που καταστράφηκαν την προηγούμενη μέρα, να εισέλθουν εντός του οχυρού Περιθώρι από  κατεστραμμένα έργα. Αυτή η ενέργειά τους είχε σαν  αποτέλεσμα να διεξαχθεί αγώνας μέσα στις στοές της Διμοιρίας Δ΄. Η μάχη στις στοές του οχυρού, σε συνθήκες πλήρους σκότους ήταν δραματική. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Διοικητή του οχυρού, Λοχαγού Πεζικού Δαράτου Σπυρίδων: «…οι εκρήξεις των χειροβομβίδων, οι εκπυρσοκροτήσεις των αυτομάτων όπλων και τυφεκίων οι φωνές των τραυματισμένων Γερμανών, το βαθύ σκότος που επικρατεί εντός των στοών, έδιναν την εικόνα κολάσεως πυρός». Παράλληλα με τον αγώνα εντός των στοών στο οχυρό Περιθώρι, εκδηλώθηκε και ελληνική αντεπίθεση από το κύριο συγκρότημα του οχυρού Περιθώρι για την απώθηση των γερμανικών τμημάτων από την επιφάνεια του οχυρού. Μετά από δίωρο σκληρό αγώνα οι Γερμανοί εκδιώχθηκαν με βαριές απώλειες τόσο από το εσωτερικό του οχυρού, όσο και από την επιφάνεια του  .

Την τρίτη ημέρα του αγώνα (08 Απριλίου 1941) οι γερμανικές δυνάμεις όχι μόνο δεν σημειώνουν πρόοδο τις επιχειρήσεις τους, αλλά κατόπιν ελληνικής αντεπίθεσης τάγματος της VII Μεραρχίας, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να ανακαταλάβουν μερικώς το ύψωμα Κρέστη, που ήταν και η μοναδική γερμανική επιτυχία στον τριήμερο αγώνα . Παράλληλα όμως η 2η Γερμανική Τεθωρακισμένης Μεραρχία μέσω του γιουγκοσλαβικού εδάφους έφτανε στη λίμνη της Δοϊράνης και εισέβαλε στην Ελλάδα .

Την τέταρτη ημέρα της μάχης τα ελληνικά οχυρά του Κάτω Νευροκοπίου τα ελληνικά οχυρά εξακολουθούσαν να παραμένουν αξιόμαχα και να έχουν αποκρούσει όλες τις γερμανικές επιθέσεις. Παράλληλα στις 14:00 υπογράφτηκε το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης μεταξύ του Διοικητή του Τμήματος Στρατιών Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) και του Διοικητή της 2ης Γερμανικής Τεθωρακισμένης  Μεραρχίας. Τα οχυρά όμως στο Κάτω Νευροκόπι εξακολουθούσαν να είναι απόρθητα, ενώ και τα ελληνικά τμήματα επιφανείας σημείωναν νέες επιτυχίες. Πλησίον του χωριού Περιθώρι αιχμαλωτίστηκε γερμανικό τμήμα 102 στρατιωτών που οδηγήθηκαν στο οχυρό Παρταλούσκα, ενώ άλλο τμήμα με 250 Γερμανούς αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκαν στην Κάτω Βροντού . Όμως οι εξελίξεις στη Θεσσαλονίκη ανάγκασαν τις φρουρές των οχυρών να παραδοθούν

Τα οχυρά της Ροδόπης

Το ελληνικό τμήμα της οροσειράς της Ροδόπης έχει πλάτος μεγαλύτερο των 20 χιλιομέτρων με τις νοτιοανατολικές παραφυάδες της οροσειράς να καταλήγουν στη θάλασσα, πλησίον της Αλεξανδρούπολης. Γενικά η οροσειρά συγκροτείται από υψώματα με απότομες πλευρές, που το υψόμετρό τους κυμαίνεται από 800 έως 1.000 μέτρα. Συναντάμε όμως και μεμονωμένους ορεινούς όγκους με υψόμετρο 1.500 μέτρα που παρουσιάζουν αλπική όψη. Οι  τραχιές βραχώδεις ράχες τους καταλήγουν σε απότομες βαθιές στενές χαράδρες, μέσα στις οποίες διαμορφώνονταν κοιλάδες και ποταμοί  .

Στο δύσβατο ορεινό τοπίο της Ροδόπης, το οδικό δίκτυο το 1940 ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και περιοριζόταν μόνο σε καρροποίητες οδούς για την  σύνδεση των ορεινών χωριών. Δημιουργούνταν όμως δυο επιμήκη φυσικά περάσματα, που διατρέχουν (σχεδόν κάθετα) τον ορεινό όγκο και καταλήγουν  στο πεδινό έδαφος της Θράκης. Τα περάσματα αυτά ήταν η διάβαση του Εχίνου και της Νυμφαίας που καταλήγουν στη Ξάνθη και στην Κομοτηνή αντίστοιχα. Έτσι δημιουργείται ο άξονας Σμόλιαν  – Εχίνος – Ξάνθη και ο άξονας Κίρτζαλη – Νυμφαία – Κομοτηνή  .

Σε αυτές τις δύο ορεινές αρτηρίες κατασκευάστηκαν τα οχυρά Εχίνος και Νυμφαία. Χαρακτηριστικά των δύο οχυρών της Ροδόπης, ήταν ότι δεν είχαν πλαγιοφύλαξη και αλληλοκάλυψη άλλων οχυρών, ενώ το υποτυπώδες οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο δεν ευνοούσε την προώθηση δυνάμεων για την υποστήριξή τους. Γι’ αυτό το λόγο, η αυτονομία των οχυρών της Ροδόπης σε πυρομαχικά, τροφή και νερό ανερχόταν στις 15 ημέρες, ενώ τα υπόλοιπα οχυρά της παραμεθόριας ζώνης  είχαν αυτονομία 10 ημερών . Για τους ίδιους λόγους υπήρξε πρόβλεψη ώστε για κάθε αντιαρματικό πυροβόλο 37 χιλ. των οχυρών Εχίνος και Νυμφαία να υπάρχουν αποθήκες πυρομαχικών χωρητικότητας 2.000 βλημάτων και για κάθε σωλήνα όλμου χωρητικότητας 500 βλημάτων, ενώ για τα υπόλοιπα οχυρά της παραμεθόριας ζώνης ίσχυε η αναλογία  1.000 και 350 βλημάτων αντίστοιχα  .

Άλλο ένα μειονέκτημα της αμυντικής τοποθεσίας ήταν οι δευτερεύουσες οδεύσεις της οροσειράς Ροδόπης, που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παράκαμψη των οχυρών Εχίνος και Νυμφαία.

Για την ενίσχυση του οχυρού Εχίνος, αρχικά είχε σχεδιαστεί η κατασκευή ενός δεύτερου οχυρού συγκροτήματος, ενισχυμένου με αντιαρματικά όπλα, 1.500 μέτρα νότια του χωριού Γλαύκη και πλησίον της διάβασης του Εχίνου. Ανατολικότερα στις περιοχές Μπερλαγιάν Κεντί (υψ.822μ.) και Νερούμ (υψ.740μ.) εκατέρωθεν του οχυρού Νυμφαία, είχε μελετηθεί η κατασκευή περίκλειστων οχυρών έργων, πεζικού και πυροβολικού αντίστοιχα, για την ενίσχυση του φραγμού πυρός του οχυρού Νυμφαία. Η κατασκευή αυτών των τριών οχυρών της Ροδόπης λόγω έλλειψης Αξιωματικών του Μηχανικού, αλλά και χρηματικών πιστώσεων τέθηκαν σε «δεύτερη σειρά επείγοντος». Στη θέση τους κατασκευάστηκαν έργα εκστρατείας από τις μονάδες που επάνδρωναν τις τοποθεσίες . 

Η  μάχη των οχυρών στη Ροδόπη

                        Παράλληλα, το ΧΧΧ (30ο) Σώμα Στρατού  του Γ΄Ράιχ επιχειρούσε την εισβολή στην Ελλάδα από τη Θράκη μέσω των δύο βασικών οδεύσεων της Ροδόπης. Η 164 Μεραρχία πεζικού, από τη διάβαση του Εχίνου βορείως της Ξάνθης (άξονας εισβολής ΙΙΙ)  και η 50η Μεραρχία πεζικού από τη διάβαση της Νυμφαίας, βορείως της Κομοτηνής (άξονας εισβολής ΙV). Από εκεί οι γερμανικές δυνάμεις μέσω της γέφυρας της Σταυρούπολης και των Τοξοτών αντίστοιχα, θα κινούνταν δυτικά προς τη Θεσσαλονίκη.

Η  μάχη του οχυρού Εχίνος

            Την 6 Απριλίου 1941 μέσω της  διάβαση του Εχίνου, η 164η  Γερμανική Μεραρχία, ξεκίνησε τις επιθετικές της επιχειρήσεις, στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου με κύριο άξονα την κατεύθυνση Μελοίβια – Εχίνο, αλλά και σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις . Ο γερμανικός στρατός κινούνταν με αργό ρυθμό,  λόγω των πολλαπλών καταστροφών της όδευσης  από τα συμπτυσσόμενα ελληνικά προκαλυπτικά τμήματα προσέγγιζε το οχυρό Εχίνος .

 Ο κυριότερος οπλισμός του οχυρού λόγω του Ελληνοιταλικού πολέμου, είχε μεταφερθεί στην  Ήπειρο για την ενίσχυση των εκεί επιχειρήσεων. Από 90 πολυβόλα που αρχικά είχαν διατεθεί στο οχυρό Εχίνος, αφαιρέθηκαν τα 45 εφεδρικά πυροβόλα, καθώς επίσης τα όλα τα αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Επίσης η απουσία και των δύο πυροβολείων  πλαγιοφύλαξης 75 χιλ. που είχαν αποστολή την προσβολή της αρματικής οδού  Μελιβοίων – Πάχνης – Γλαύκης, έθετε άμεσα σε κίνδυνο το  οχυρού, αφού θα μπορούσε ο εχθρός να το περισφίξει, ή απλώς να το παρακάμψει .

Την 6 Απριλίου δεν εκδηλώθηκε καμία επίθεση εναντίον του οχυρού Εχίνου. Την 7 Απριλίου όμως από τις πρωινές ώρες ξεκίνησε γερμανικός βομβαρδισμός σφοδρός βομβαρδισμός εναντίον των ελληνικών οχυρών θέσεων. Η επίθεση των γερμανικών ταγμάτων εστιάστηκαν στο Συγκρότημα «Μ», η επίθεση όμως αναχαιτίστηκε, με πολλές απώλειες για τους Γερμανούς. Άλλη επίθεση δεν πραγματοποιήθηκε στο οχυρό την δεύτερη μέρα της μάχη με το   γερμανικό στρατό να  περιορίζετε μόνο σε σποραδικούς βομβαρδισμούς .

Από τις πρωινές ώρες της 8 Απριλίου εκδηλώθηκε σφοδρός βομβαρδισμός εναντίον του οχυρού και κυρίως εναντίον του Συγκροτήματος «Μ», στο οποίο επιτέθηκε γερμανική διλοχία. Ο αγώνας ήταν άνισος. Ο Διοικητής του οχυρού δεν μπορούσε να υποστηρίξει το συγκροτήματος «Μ», ούτε με πυρά όλμων τα οποία είχαν εξαντληθεί, ενώ από την 13:00 είχε διακοπή και η τηλεφωνική επικοινωνία με το έργο «Μ». Στις 19:00 αναγνωριστική περίπολος του οχυρού διαπιστώνει ότι το έργο «Μ» έχει καταληφθεί. Στις  2100 το βράδυ οι γερμανικές δυνάμεις προσβάλουν το  Συγκροτήματος «Α», η φρουρά του οποίου το εγκαταλείπει μετά από λίγη ώρα, καθώς η ατμόσφαιρα από τα καπνογόνα είχε γίνει αποπνικτική και συμπτύχθηκε προς το κεντρικό έργο «’Ισαυρος». Τελικά ο Διοικητής του οχυρού Εχίνου, Ταγματάρχης Πεζικού Χρήστος Δρακούσης, αξιολογώντας την διαμορφωθείσα κατάσταση, χωρίς βλήματα όλμων και με μόλις 3 μετωπικά πολυβολεία του έργου «Σ» ήταν σε ενέργεια και με την σύμφωνη γνώμη των Αξιωματικών του, αποφασίζει την 9 Απριλίου στις 03:00  το πρωί, την εκκένωση του οχυρού  .

Η  μάχη του οχυρού Νυμφαία

                                    Την 6 Απριλίου 1941 και ώρα 05:20 γερμανικά τμήματα του 123ου  Ενισχυμένου Συντάγματος Πεζικού της 50ης  Γερμανικής Μεραρχίας Πεζικού  εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος. Τα τμήματα προκάλυψης της Ταξιαρχίας Έβρου συμπτύχθηκαν καθώς δέχτηκαν καταιγιστικό πυρ και έδωσαν χώρο στον εχθρό να  καταλάβει τα υψώματα Τζιβάκ και Μπουγιάκ. Παράλληλα προωθήθηκε και το  γερμανικό πυροβολικό επί της οδού Κίρτζαλι – Νυμφαία και στις 08:30 με πάσης φύσεως διαμετρήματα, εκτελώντας πυρά φραγμού επί της επιφάνειας του οχυρού της Νυμφαίας. Ο βομβαρδισμός είναι σφοδρός και σύννεφα καπνού και χωμάτων σηκώθηκαν μπροστά από τα φατνώματα. Πάραυτα τα πολυβόλα και οι 2 όλμοι του οχυρού καθήλωσαν τα γερμανικά τμήματα, μη επιτρέποντας τους την προώθησή τους και την επισκευή της ανατιναγμένη οδού, που θα τους επέτρεπε την κίνηση  τους προς την Κομοτηνή. Στις 08:45 οι εισβολείς  κατέστρεψαν το παρατηρητήριο του Διοικητή του οχυρού και πέντε πολυβόλα της μετωπικής άμυνας, ενώ μέχρι τις βραδινές ώρες σφυροκοπούσαν το οχυρό Νυμφαία με πυροβολικό και αεροπορία, χωρίς όμως να καμφθεί το ηθικό των Ελλήνων  .

            Την 7 Απριλίου και ώρα 01:30 ξεκίνησε εκ νέου  βομβαρδισμού επί του οχυρού  για περίπου 30 λεπτά. Με το πέρας του βομβαρδισμού, γερμανικοί λόχοι εφορμούν επί του οχυρού, όμως απωθήθηκαν από τα ελληνικά πυρά των πολυβόλων και όλμων. Οι γερμανικές επιθέσεις  επαναλήφθηκαν την 05:00 και 08:00 χωρίς να καταφέρουν τα επιτιθέμενα τμήματα να ανέβουν επί του υψώματος 510. Στις 18:00 θα επαναληφθεί γερμανική επίθεση  χωρίς αποτέλεσμα, ενώ όπως περιγράφουν οι Γερμανοί, «η κορυφή του υψώματος 510 έχει μεταβληθεί σε ενεργό ηφαίστειο»  .

            Στις 19:00 και για 45 λεπτά το εχθρικό πυροβολικό τάχθηκε σε καλύτερες θέσεις περιμετρικά του οχυρού της Νυμφαίας. Ο εχθρικός βομβαρδισμός που ακολούθησε, ήταν κυρίως στοχευμένες βολές στα φατνώματα των ενεργητικών σκεπάστρων του οχυρού, με αποτέλεσμα το σύνολο σχεδόν των έργων του οχυρού να καταστραφεί. Παράλληλα ειδικά τμήματα του εχθρού με δυναμίτες και φλογοβόλα, προσέγγισαν το οχυρό και επιχείρησαν είσοδο εντός των στοών για την κατάληψη του. Η κατάσταση στο εσωτερικό των υπόγειων καταφυγίων του οχυρού Νυμφαία είχε γίνει αποπνικτική. Στις 23:30 ο διοικητής του οχυρού Ταγματάρχης Πεζικού Αναγνώστου Αλέξανδρος, αποφάσισε την παράδοση του οχυρού για να αποφευχθεί μάταιος θάνατος των ανδρών του από ασφυξία