
Κωνσταντίνος Κυρίμης (βιογραφικό)
Business Analyst, συγγραφέας
Το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας της χώρας, δεν περιορίστηκε στα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά». Το Πολεμικό Ναυτικό κατασκεύασε και αυτό μια σειρά χερσαίων οχυρώσεων. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το εγχείρημα έπαιξε η Ανωτέρα Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης (ΑΔΠΑ) του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Η ΑΔΠΑ χώρισε τη χώρα σε 6 Ναυτικές Αμυντικές Περιοχές (ΝΑΠ). Στόχος των ΝΑΠ ήταν να ελέγχουν τις θαλάσσιες οδούς και να ασκούν ναυτική αποτροπή. Αυτό κατέστη εφικτό με την κατασκευή (στα όρια ευθύνης κάθε ΝΑΠ) ενός πλήθους σχετικών υποδομών, από απλά ναυτικά παρατηρητήρια μέχρι σύνθετα και εντυπωσιακά οχυρά.
Τέτοια ναυτικά οχυρά κατασκευάστηκαν σε διάφορα σημεία όπως στη Θεσσαλονίκη (Καραμπουρνάκι & Τούζλα), στην Πάτρα (Άραξος) ή στο Βόρειο Ευβοϊκό. Τα εντυπωσιακότερα εξ αυτών, κατασκευάστηκαν στη ΝΑΠ-3, η οποία – με έδρα τον Πειραιά- είχε ως περιοχή ευθύνης τον Αργοσαρωνικό. Τα οχυρά της ΝΑΠ-3 καλούνταν να προστατεύσουν σημαντικές υποδομές (ναύσταθμος Σαλαμίνας, λιμάνι Πειραιώς, πρόσβαση στην πρωτεύουσα, κ.α.) ως εκ τούτου διέθεταν ιδιαίτερα βαρύ οπλισμό. Τα ναυτικά οχυρά, βασίζονταν κυρίως σε υπόγειες υποδομές και σε μεγάλο βαθμό ομοίαζαν με τις αμυντικές εγκαταστάσεις του Στρατού στο Βορρά. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι ερευνητές, αναφέρονται στα Ναυτικά Οχυρά της ΝΑΠ-3, ως «η Γραμμή Μεταξά της Αττικής». Το όλο κατασκευαστικό εγχείρημα αποκτά μεγαλύτερη αξία, αναλογιζόμενοι ότι το σύνολο των οχυρώσεων, ολοκληρώθηκε αποκλειστικά με εγχώρια κεφάλαια, χωρίς ίχνος δανεισμού από το εξωτερικό.
Με τη λήψη της απόφασης για κατασκευή Ναυτικών Οχυρών (το 1936), το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού ζήτησε τη συνδρομή της Γερμανίας για την παροχή τεχνογνωσίας. Έτσι αφίχθη στην Ελλάδα γερμανικό κλιμάκιο αποτελούμενο από αξιωματικούς του Ναυτικού και του Μηχανικού. Το εν λόγω κλιμάκιο γνωμοδότησε τόσο επί κατασκευαστικών θεμάτων όσο και επί επιχειρησιακού σχεδιασμού. Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι οι ναυτικές οχυρώσεις που τελικώς κατασκευάστηκαν, ομοίαζαν σε αρκετά σημεία με τις αντίστοιχες γερμανικές. Αντίστοιχα, το Πολεμικό Ναυτικό προέβη σε πολυάριθμες παραγγελίες μηχανολογικού εξοπλισμού (ηλεκτρογεννήτριες, συσκευές ανακύκλωσης αέρα, βαλβίδες υπερπίεσης, γερανούς μεταφοράς πυρομαχικών, θωρακισμένες πόρτες, κ.α.) από γερμανικoύς οίκους. Όλη αυτή η πρακτική ήταν σε αντίθεση με αυτή που ακολούθησε ο Στρατός Ξηρά, ο οποίος για τη «Γραμμή Μεταξά» αναζήτησε τεχνογνωσία από τους Γάλλους (λόγω της Γραμμής Μαζινώ).
Κάθε οχυρό διέθετε μια σειρά από τυποποιημένες υποδομές. Κάποιες ήταν εξ αυτών υπέργειες (στρατώνες, διοικητήρια, παρατηρητήρια, αποχωρητήρια, πλυντήρια, μαγειρεία, κλπ), αλλά οι περισσότερες και σημαντικότερες ήταν υπόγειες (αντιαεροπορικά καταφύγια, υδατοδεξαμενές, ηλεκτρικοί σταθμοί, βληματαποθήκες, ανασυρόμενοι προβολείς, κέντρα διεύθυνσης βολής, κ.α.). Το βάθος κατασκευής αυτών των υπόγειων υποδομών, σε συνδυασμό με το πάχος των τοιχωμάτων και τη θωράκισή τους, τα καθιστούσε σχεδόν αδύνατο να καταστραφούν. Παράλληλα, οι ήδη δυσδιάκριτες υπόγειες είσοδοί τους, γίνονταν αθέατες (ακόμα και από αέρος), με τη χρήση δικτύων παραλλαγής. Όλες οι υπόγειες υποδομές των Ναυτικών Οχυρών είχαν κοινά χαρακτηριστικά, όπως : έξοδο εκτάκτου διαφυγής, ηλεκτρικό φωτισμό, θωρακισμένη οροφή, βαριές θωρακισμένες πόρτες, σύστημα μηχανικού εξαερισμού (για ανανέωση και φιλτράρισμα του αέρα) και πυκνό δίκτυο αεραγωγών. Σε περίπτωση επίθεσης με χημικά αέρια, οι εγκαταστάσεις μπορούσαν να σφραγιστούν αεροστεγώς, παρέχοντας πλήρη προστασία στο προσωπικό. Κάθε ναυτικό οχυρό διέθετε -ως κύριο αμυντικό μέσο- ένα πλήθος από επάκτιες πυροβολαρχίες. Για λόγους οικονομίας τα πυροβόλα προέρχονταν κυρίως από παροπλισμένα θωρηκτά (ιδιαίτερα από το ΛΗΜΝΟΣ) και τοποθετούνταν επί μεγάλων τσιμεντένιων βάσεων.
Τέλος, η άμυνα πλαισιωνόταν από μια σειρά αντιαεροπορικών πυροβόλων και πολυβολείων.
Το μεγαλύτερο φόβητρο των πιθανών αντιπάλων, ήταν τα 4 πυροβόλα των 305 χιλιοστών, του ΛΗΜΝΟΣ. Τα πυροβόλα αυτά, ήταν τοποθετημένα ανά δύο, σε δύο ναυτικούς «πύργους» ύψους περίπου 10 μέτρων. Αποσυναρμολογήθηκαν από το παροπλισμένο θωρηκτό που βρισκόταν στο Ναύσταθμο Σαλαμίνος, μεταφέρθηκαν στην Αίγινα και επανασυναρμολογήθηκαν στο όρος Τούρλος. Αυτό μετέτρεψε τον Τούρλο σε ένα «αβύθιστο θωρηκτό», το οποίο μπορούσε να «κλειδώσει» τη γύρω περιοχή, σε 360 μοίρες και σε απόσταση 20 χιλιομέτρων. Κάθε διπλός-πύργος των 305 χιλιοστών ζύγιζε αρκετές εκατοντάδες τόνους και η μεταφορά τους από τη Σαλαμίνα, στην κορυφή του Τούρλου, αποτέλεσε μια μεγάλη πρόκληση και έναν τεχνικό άθλο, που επιτυχώς διεκπεραίωσαν τα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού.
Από κατασκευαστική πλευράς, οι προδιαγραφές τους ήταν ιδιαίτερα αυστηρές. Ενδεικτικά, τα τοιχώματα έπρεπε να έχουν πάχος τουλάχιστον 60 εκατοστά οπλισμένου σκυροδέματος (συχνά είχαν μέχρι και 80 εκατοστά). Το δε σκυρόδεμα, έπρεπε να έχει συγκεκριμένη σύσταση, πυκνότητα, ταχύτητα πήξως και αντοχή. Αντίστοιχες προδιαγραφές υπήρχαν και για την αντοχή του σιδήρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρχε επίσημη black-list προμηθευτών (στην οποία γινόταν εγγραφή, είτε λόγω υπερκοστολόγησης σε προηγούμενα έργα, είτε λόγω κακής ποιότητας υλικών). Επίσης, προβλεπόταν δειγματοληπτικός έλεγχος όλων των υλικών (με δειγματοληψία από 3 διαφορετικά σημεία του χώρου αποθήκευσης) και εξέταση των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους στα εργαστήρια του Ναυστάθμου Σαλαμίνος, πριν την έναρξη της κατασκευής.
Tα Ναυτικά Οχυρά σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν σε αγαστή συνεργασία επιτελών του Πολεμικού Ναυτικού και ιδιωτών Μηχανικών, οι οποίοι συμμετείχαν με τις εταιρείες τους, στους σχετικούς διαγωνισμούς.
Προβλεπόταν η τήρηση άκρας μυστικότητας από κάθε εργολάβο, ο οποίος όφειλε να κατονομάσει το ποιός υπάλληλός του είχε στην κατοχή του τα σχέδια και σε περίπτωση απώλειας ή διαρροής τους, ενεργοποιούνταν βαρύτατες νομικές κυρώσεις (φυλάκιση έως 20 έτη). Ενδεικτική της πληρότητας των συμβάσεων μεταξύ Ναυτικού και εργολάβων ήταν και η υποχρεωτικότητα ασφάλισης αρκετών υπο-έργων. Το καθεστώς ήταν εξίσου αυστηρό για τους εργάτες. Κατ’ αρχάς, αποκλείονταν ως εργάτες άτομα όπως φυγόστρατοι, αλλοδαποί, άτομα με ποινικό μητρώο και κομμουνιστές. Η παραμονή των εργατών μέχρι το πέρας των έργων, θεωρείτο σημαντική, ώστε να αποφεύγονται οι συχνές μεταβολές προσωπικού (μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο διαρροής πληροφοριών). Σε περίπτωση που εργάτης υπέπιπτε σε παράπτωμα (π.χ. μη έγκαιρη προσέλευση), προβλέπονταν ποινές, από απλή στέρηση ημερομισθίου, μέχρι παραπομπή στο Ναυτοδικείο.
Οι επιτελείς της εποχής αντιλήφθηκαν ότι πέραν της κατασκευαστικής διάστασης, έπρεπε να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση και στο νομικό πλαίσιο. Δηλαδή να ψηφιστούν οι απαραίτητοι νόμοι προκειμένου να διασφαλιστεί η μυστικότητα των υπο-κατασκευή οχυρών. Υπό αυτό το πλαίσιο, ψηφίστηκε ο Αναγκαστικός Νόμος (Α.Ν.) 376/1936 “Περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων”. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, γύρω από κάθε υπο-κατασκευή οχυρό, θεσπιζόταν μια εσωτερική ζώνη, επονομαζόμενη “Απαγορευμένη ζώνη”. Αυτή, με τη σειρά της, περιστοιχιζόταν από μια δεύτερη ζώνη, αποκαλούμενη “Επιτηρούμενη ζώνη”. Εντός των ζωνών αυτών, προβλεπόταν έλεγχος κυκλοφορίας με ειδικές ταυτότητες ή και οικογενειακός εκτοπισμός κατοίκων, ακόμα και με την υπόνοια κατασκοπευτικής δράσης.
Τα οχυρά διέθεταν και άλλες σημαντικές πτυχές, από πλευράς κατασκευής και λειτουργίας. Μία εξ’αυτών είναι και η “πράσινη ανάπτυξή” τους (όπως θα λέγαμε σήμερα). Στην “Έκθεση Πεπραγμένων της ΑΔΠΑ κατά τον πόλεμον 1940/41” παρατίθενται πολλά στοιχεία για την επένδυση του Ναυτικού στη δενδροφύτευση τόσο των οχυρών όσο και των τριγύρω ευρισκόμενων Απαγορευμένων Ζωνών. Με την εκτεταμένη φύτευση δέντρων, βλάστησης, λαχανόκηπων, ελαιώνων, αμπελώνων, κ.α. το Ναυτικό προσδοκούσε στην ενίσχυση της φυσικής απόκρυψης των εγκαταστάσεων, στην αυτονομία των τοπικών φρουρών σε τρόφιμα και σε έσοδα από την ενοικίαση καλλιεργημένων εκτάσεων σε ιδιώτες. Από την εκποίηση των σχετικών προϊόντων (λάδι, ρητίνη, λαχανικά, κλπ.), τα έσοδα πιστώνονταν στο Ταμείο Εθνικού Στόλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και η ξυλεία από τη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών εκποιείτο προς όφελος του Ναυτικού. Για την αναδάσωση των οχυρών και την απόκρυψη συγκεκριμένων σημείων, συνετάχθη ειδική μελέτη από τον καθηγητή της Γεωπονικής Σχολής Πάνο Αναγνωστόπουλο. Σύμφωνα με έκθεση του διοικητού της ΑΔΠΑ, υποναυάρχου Γ. Ράλλη, το 1938, είχαν φυτευτεί (ή/και είχαν προγραμματιστεί να φυτευτούν) περίπου 2.800 δένδρα στα 3 οχυρά της ΝΑΠ-3. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι τα Ναυτικά Οχυρά ήταν κάτι πολύ περισσότερο από “όγκους τσιμέντου και μετάλλου”. Ήταν “αυτόνομοι οργανισμοί”, σε αρμονία με το περιβάλλον, ικανοί να αυτοσυντηρούνται και να αυτοχρηματοδοτούνται σε σημαντικό βαθμό.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα Ναυτικά Οχυρά δεν χρησιμοποιήθηκαν επιχειρησιακά (τουλάχιστον, δεν έβαλαν οι κύριες πυροβολαρχίες τους). Εντούτοις, έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην αεράμυνα της Αττικής και τα αντιαεροπορικά όπλα τους σημείωσαν περιορισμένο αριθμό καταρρίψεων εχθρικών αεροσκαφών.
Με τη συνθηκολόγηση του 1941, το σύνολο των Ναυτικών Οχυρών της Αττικής πέρασαν στα χέρια των Γερμανών. Εντούτοις, πριν αυτό γίνει (και σύμφωνα με τα υφιστάμενα σχέδια), το σύνολο των βαρέων πυροβόλων των οχυρών αχρηστεύτηκαν (τα κλείστρα τους κόπηκαν και πετάχτηκαν στη θάλασσα, ενώ καταστράφηκαν και τα όργανα των Κέντρων Διεύθυνσης Βολής).
Οι Γερμανοί ενέταξαν τα Ναυτικά Οχυρά στα δικά τους αμυντικά σχέδια και τα επάνδρωσαν με προσωπικό του 603ου Τάγματος Ναυτικού Πυροβολικού (603 Marine Artillerie Abteilung – 603 ΜΑΑ). Παράλληλα, φρόντισαν να τα ενισχύσουν, κατασκευάζοντας πλήθος νέων υποδομών (π.χ. αντιαεροπορικά καταφύγια) και εγκαθιστώντας πρόσθετες βαριές πυροβολαρχίες. Κατά την αποχώρησή τους οι Γερμανοί αποπειράθηκαν να καταστρέψουν δι’ ανατινάξεως τις σημαντικότερες οχυρώσεις (ελληνικής και γερμανικής κατασκευής). Όμως, η πίεση του χρόνου και (κυρίως) η στιβαρότητα των κατασκευών επέφερε μόνο περιορισμένες καταστροφές.
Πηγή πληροφοριών : Κυρίμης Κωσταντίνος, «Υπόγειες ναυτικές οχυρώσεις στην Αττική (1936-44)». Έκδοση του Ελληνικού Ινστιτούτου Ναυτικής Ιστορίας (έκδοση Β’, 2024).