
Νίκος Β. Γκιρμπάτσης (βιογραφικό)
Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Υπ. Διδάκτορ Αρχιτεκτονικής, συγγραφέας
Τι εννοούμε με τη λέξη οχυρό;

Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «οχυρό», αναφερόμαστε γενικά σε μια εδαφική περιοχή, στην οποία έχουν γίνει χωματουργικές ή κατασκευαστικές εργασίες προκειμένου να αποκτήσει το έδαφος στρατιωτική αξία. Τα οχυρωματικά έργα βοηθούν στον κάτοχο του εδάφους, να αποκτήσει τακτικό πλεονέκτημα έναντι των αντίπαλων δυνάμεων. Όσο πιο σύνθετα και πολύπλοκα είναι τα έργα οχύρωσης και συνδυάζουν μεγάλο όγκο πυρός και υψηλή επιβιωσιμότητα στο προσωπικό που τα επανδρώνει, τόσο πιο «ισχυρές τοποθεσίες» θεωρούνται.
Τι είναι τα οχυρά της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ;
Είναι ένα κατασκευαστικό έργο που έγινε για να εξυπηρετήσει στρατιωτικούς σκοπούς. Συνολικά δημιουργήθηκαν 21 υπόγεια οχυρά συγκροτήματα. Διανοίχτηκαν περισσότερα από 36 χιλιόμετρα στοών και καταφυγίων και κατασκευάστηκαν 665 επιφανειακά έργα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Τα 21 οχυρά πλαισιώνονταν από δεκάδες ακόμα δευτερεύοντα συμπληρωματικά οχυρωματικά έργα. Για τις ανάγκες της οχύρωσης την ίδια περίοδο κατασκευάστηκαν επίσης εκατοντάδες χιλιόμετρα οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, για να μεταφέρεται η πρώτη ύλη και εργατών στα εργοτάξια. Η οχυρωματική γραμμή Μεταξά είναι το μεγαλύτερο κατασκευαστικό έργο που έγινε στην Ελλάδα το 20ο αιώνα.


Πότε κατασκευάστηκαν τα οχυρά της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ;

Κατασκευάστηκαν την περίοδο 1936 – 1941, με απόλυτη μυστικότητα. Η κατασκευή τους ξεκίνησε σε μια δύσκολη χρονική περίοδο, κατά την οποία η Ελλάδα προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Είχε προηγηθεί η Μικρασιατική καταστροφή τον Σεπτέμβριο του 1921, η παγκόσμια οικονομική κρίση τον Οκτώβριο του 1929, που οδήγησε σε πτώχευση την ελληνική οικονομία το Μάιο του 1932, ενώ μέχρι το 1935 εννέα κινήματα κλυδώνιζαν την ελληνική κοινωνία.
Γιατί κατασκευάστηκαν τα οχυρά της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ;


Για να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική επεκτατική πολιτική που επιζητούσε έξοδο στο Αιγαίο πέλαγος. Ο βουλγαρικός στρατός μπορούσε να προωθηθεί ταχύτατα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, για ανάληψη πολεμικής δράσης εκμεταλλευόμενος το συγκοινωνιακό δικτύο, που διέθετε εγκάρσια προς τα σύνορα δρομολόγια και πυκνό οδικό δίκτυο στο εσωτερικό. Από την άλλη πλευρά στη Βόρεια Ελλάδα το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και οι προωθήσεις των δυνάμεων από την Αθήνα και Πελοπόννησο στα ελληνοβουγαρικά σύνορα, θα έπρεπε να γίνει με λίγα βραδυκίνητα καράβια.
Γιαυτό το λόγο, κάθε οχυρό σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να μάχεται χωρίς ανεφοδιασμό, έχοντας επάρκεια σε πυρομαχικά νερό και τρόφιμα για 10 ημέρες. Ήταν το κρίσιμο χρονικό διάστημα, που έπρεπε τα ελληνικά οχυρά να συγκρατήσουν το βουλγάρικο στρατό στους κύριους άξονες εισβολείς, μέχρις ότου οι Ελληνικές Μεραρχίες πλήρως επιστρατευόμενες προωθηθούν στα σύνορα προκειμένου να εμπλακούν στις επιχειρήσεις.
Αυτή η συνθήκη διαμόρφωσε και την αποστολή των οχυρών που ήταν
«άμυνα μέχρις εσχάτων, άνευ ιδέας υποχωρήσεως»
Που κατασκευάστηκαν τα 21 οχυρά της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ;
Στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στους κύριους άξονες εισβολής στην Ελλάδα από βορρά. Τα 8 οχυρά κατασκευάστηκαν στο νομό Σερρών ( οχυρά Ποποτλίβιτσα, Ιστίμπεη, Κέλκαγια, Αρπαλούκι, Παληουριώνες, Ρούπελ, Καρατάς και Κάλη), 11 οχυρά στο νομό Δράμας (οχυρά Περσέκ, Μπαμπαζώρα, Μαλιάγκα, Περιθώρι, Παρταλούσκα, Ντάσαβλη, Λίσσε, Πυραμυδοειδές, Καστίλο, Αγ.Νικόλαος και Μπαρτίσεβα) και 2 οχυρά στο νομό Ροδόπης (Εχίνος και Νυμφαία).

Ποιοί κατασκευάσαν τα οχυρά της γραμμής ΜΕΤΑΞΑ;

Κατασκευάστηκαν με απόλυτο συντονισμό, μαθηματική ακρίβεια και απίστευτη ταχύτητα εξολοκλήρου από Έλληνες. Ο γενικός σχεδιασμός από τακτικής άποψης έγινε από Αξιωματικούς του Στρατού, ενώ μηχανικοί του Μετσόβιου Πολυτεχνείου επιμελήθηκαν, τη σύνθεση, την όπλιση και τον έλεγχο της ποιότητας του σκυροδέματος.
Πως ήταν ένα ελληνικό οχυρό της περιόδου Μεταξά (1936-1941);

Λέγοντας οχυρό εννοούμε το σύνολο των επιφανειακών έργων (ενεργητικά σκέπαστρα) μόνιμης οχυρωτικής από ισχυρό οπλισμένο σκυρόδεμα, που κατασκευάστηκαν από τον καιρό της ειρήνης καθώς και το υπόγειο δίκτυο καταφυγίων που τα υποστήριζαν. Το πάχος οροφής των επιφανειακών έργων ανέρχονταν στο 1,10 μ. ενισχυμένου σκυροδέματος, ενώ ο τοίχος στο 1,25 μ.

Τα επιφανειακά έργα ανάλογα με τον οπλισμό και την αποστολή τους διακρίνονταν σε παρατηρητήρια, πολυβολεία βομβιδοβολεία, ολμοβολεία, σκέπαστρα προβολέων, σκέπαστρα οπτικών σταθμών, πυροβολεία πλαγιοφύλαξης, αντιαρματικά, και αντιαεροπορικά. Το σχέδιο πυρός των οχυρών ήταν σχεδιασμένο για ολόπλευρη και περιμετρική άμυνα.

Βασική τεχνική οδηγία για την κατασκευή των επιφανειακών έργων ήταν, «να αντέχουν σε συστηματική βολή πυροβολικού εκστρατείας», δηλ. να αντέχουν στην πρόσκρουση δύο διαδοχικών βλημάτων πυροβολικού εκστρατείας στο ίδιο σημείο… και αυτό διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής και του τετραήμερου ελληνο-γερμανικού πολέμου (6 – 10 Απριλίου 1941), όπου σχεδόν κανένα επιφανειακό σκέπαστρο προστασίας οργάνων πυρός ή διοίκησης ελληνικού οχυρού, δεν καταστράφηκε από γερμανικό αεροπορικό βομβαρδισμό ή πυρά πυροβολικού

Τα υπόγεια καταφύγια περιλάμβαναν, γραφεία, θαλάμους, τηλεφωνικά κέντρα, ιατρείο, χώρους υγιεινής, δεξαμενές νερού, μαγειρεία, μηχανοστάσια, αποθήκες τροφίμων και αποθήκες πυρομαχικών.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών οχυρών περιόδου 1936-1941

1. Εξωτερικά στον περιβάλλοντα χώρο του οχυρού, διακρίνονται μόνο τα επιφανειακά έργα (πολυβολεία, παρατηρητήρια κτλ) και τα έργα παθητικής προστασίας που το πλαισίωνα και ήταν τα συρματοπλέγματα και τα αντιαρματικά εμπόδια (δόντια δράκοντα). Η βλάστηση ήταν χαμηλή ώστε να μην εμποδίζει το πεδίο βολής των όπλων του οχυρού. Τα συρματοπλέγματα σχημάτιζαν τριγωνικές εξοχές (αστεροειδής μορφής) με σκοπό τη διάσπαση της συνοχής των τμημάτων επίθεσης του αντιπάλου και την εκτροπή τους από την αρχική τους κατεύθυνση εφόδου. Επίσης έχει παρατηρηθεί από αεροφωτογραφίες κλίμακας 1:5.000 ότι τα συρματοπλέγματα δεν ήταν ευδιάκριτα από εναέρια παρατήρηση και δεν πρόδιδαν τη θέση των οχυρών. Τα εξωτερικά εμπόδια ήταν σε μικρή απόσταση από τα πολυβολεία για να υποστηρίζονταν επαρκώς με πυρά.

2. Στο εσωτερικό του οχυρού η θερμοκρασία ήταν σταθερή και αντίστοιχη με εκείνη των σπηλαίων/ορυχείων, 17-18οC,
3. O φωτισμός στο εσωτερικό γίνονταν με λυχνίες φωτισμού με «φωτιστικό» πετρέλαιο. Τοποθετούταν σε κατάλληλες εσοχές κατά μήκος των διαδρόμων, εντός των καταφυγίων. Στα επιφανειακά έργα ήταν σε τέτοια θέση ώστε η λάμψη τους να μην διακρίνεται από εξωτερικό παρατηρητή. Η επιλογή αυτή αν και όχι πολύ αποδοτική εφαρμόστηκε «κατ΄ανάγκη», καθώς δεν ολοκληρώθηκε η ηλεκτροδότηση των οχυρών με ηλεκτροπαραγωγά ζεύγη (γεννήτριες).

4. Σε κατάσταση πλήρης συσκότισης ο προσανατολισμός εντός των στοών γίνονταν από μεταλλική λωρίδα, Όταν ήταν στο δεξιό του στρατιώτη εισέρχονταν στο οχθρό, ενώ όταν ήταν στο αριστερό του εξέρχονταν.
5. Τα υπόγεια καταφύγια κάθε οχυρού, έπρεπε να προστατεύεται απόλυτα από τα αποτελέσματα της υπόγειας διάρρηξη του βλήματος, αλλά και το προσωπικό από τις επιδράσεις στο νευρικό του σύστημα, λόγω των δυνατών δονήσεων που προκαλούσαν οι βομβαρδισμοί. Έτσι το προστατευτικό βάθος καθορίζονταν από τη μορφολογία του εδάφους και ανέρχονταν σε 10-12 μέτρα για μη συνεκτικά εδάφη και στα 6-8 μέτρα για συνεκτικά εδάφη (πχ βραχώδη)


6. Η ανανέωση και ο καθαρισμός του αέρα στο εσωτερικό των καταφυγίων των οχυρών, αρχικά είχε προβλεφθεί να γίνετε με ηλεκτροκίνητους ανεμιστήρες που θα διοχέτευαν στο εσωτερικό των οχυρών με υπερπίεση, καθαρό και φιλτραρισμένο αέρα. Τελικά καθώς η ηλεκτροδότηση των οχυρών δεν ολοκληρώθηκε, το πρόβλημα του καθαρισμού του αέρα βρήκε λύση στην τοποθέτηση χειροκίνητων ανεμιστήρων.



7. Κάθε οχυρό είχε ένα άριστο σύστημα αποστράγγισης των όμβριων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η στεγανοποίηση των υπόγειων καταφυγίων. Προς την ίδια κατεύθυνση συντέλεσε και η χρήση της ηφαιστιογενής θηραϊκής γης στη σύσταση του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε για την επένδυση των καταφυγίων.
8. Άλλη μια καινοτομία της ελληνικής οχύρωσης της περιόδου είναι το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε ειδικός οπλισμός (πολυβόλα, πυροβόλα, όλμοι, βομβιδοβόλα) για οχυρώσεις, αλλά χρησιμοποιήθηκαν τα ήδη υπάρχοντα οπλικά συστήματα του στρατού εκστρατείας, τα οποία τοποθετήθηκαν με ειδικές διατάξεις στα επιφανειακά έργα και μάλιστα απόδωσαν με άριστα αποτελέσματα. Αυτό ήταν ένα σημείο το οποίο προξένησε μεγάλα ενδιαφέρον και έκπληξη στους Γερμανούς Αξιωματικούς, όταν μελέτησαν τα ελληνικά οχυρά με τη λήξη της γερμανικής εισβολής.


9. Η κατασκευή της ελληνικής οχύρωση παρότι έλαβε χώρα στην ελληνοβουλγαρική παραμεθόριο ζώνη, κατασκευάστηκε με απόλυτη μυστικότητα. Για την αποφυγή διαρροής πληροφοριών θεσπίστηκαν αντίστοιχοι νόμοι, ενώ εφαρμόστηκαν αυστηρά μέτρα ελέγχου των εισερχομένων προσώπων στην παραμεθόρια ζώνη και στα εργοτάξια. Αυτό το πλέγμα, νόμων και ελέγχων, αλλά και το «απόρρητο» της κατασκευής των οχυρών, δεν άφησαν περιθώριο στη βουλγαρική, αλλά και στην πανίσχυρη γερμανική κατασκοπεία, να συλλέξουν πληροφορίες για το μέγεθος, την διάταξη, τον οπλισμό και τη δύναμη που επάνδρωνε τις αμυντικές τοποθεσίες.



10. Η ταχύτητα κατασκευής της οχύρωσης επιτεύχθηκε με την πρόσληψη εργατικού προσωπικού από τη νησιωτική και νότια Ελλάδα με εργασιακή εμπειρία στην κατασκευή ορυχείων. Στα νησιά του Αιγαίου εκείνη την περίοδο υπήρχαν εκατοντάδες ενεργά ορυχεία και μεταλλείαμε εργατικό δυναμικό, εξοικειωμένο στην κατασκευή γαλαριών.
Εσωτερική διαμόρφωση οχυρών της Γραμμής Μεταξά
Καταφύγια Προσωπικού

Τα καταφύγια του οχυρού ήταν κατάλληλα διαμορφωμένα για να χρησιμοποιούνται ως θάλαμοι στρατιωτών, γραφεία Αξιωματικών (Διοικητή Λόχου και των Διμοιριτών) και τηλεφωνικά κέντρα. Οι θάλαμοι των Αξιωματικών είναι διαστάσεων 2,00×2,40 μέτρα, το τηλεφωνικό κέντρο του Λόχου 2,00×2,40 μέτρα, ενώ των Διμοιριών 1,50×2,40 μέτρα. Κάθε καταφύγιο ανδρών αποτελούνταν από το χώρο ανάπαυσης πλάτους 2,40 μέτρων και το προθάλαμο σε κάθε άκρο του. Οι προθάλαμοι διευκόλυναν την κυκλοφορία μέσα στα καταφύγια. Βάση της «συνθήκης» που όριζε ότι, σε κάθε άνδρα αντιστοιχεί χώρος 4μ2, για θάλαμο 12 ανδρών (μήκους 6 μέτρων) κάθε προθάλαμος είχε μήκος 1,50 μέτρα, για θάλαμο 16 ανδρών (μήκους 8 μέτρων) κάθε προθάλαμος είχε μήκος 2,00 μέτρα κ.τ.λ. Τα κρεβάτια ήταν μεταλλικά και διπλά, κατά μήκος του καταφυγίου, ενώ μεταξύ των δύο σειρών κρεβατιών υπήρχε διάδρομος πλάτος περίπου ενός μέτρου. (φωτό 24)
Μαγειρεία
Κάθε Λόχος διέθετε ειδικό καταφύγιο για το μαγειρείο μήκους 3 – 4 μέτρα, ο οποίος χωρίζονταν σε δύο μέρη. Στο χώρο των λεβήτων (1,50μ. x 0,90 μ.) όπου τοποθετούνταν τα μαγειρικά σκεύη πετρελαίου και στον κυρίως χώρο, όπου υπήρχε θέση για τα δοχεία της καύσιμης ύλης (πετρέλαιο), σημείο υδροληψίας και εναποθήκευσης των λοιπά σκευών. Ο «μολυσμένος αέρας» από την παρασκευή του φαγητού απομακρύνονταν, από ειδικό για αυτή την χρήση, σωλήνα αερισμού. Επίσης πλησίον των μαγειρείων υπήρχε και αποθήκη τροφίμων πλάτους 2,40μ. και μήκος ανάλογο της δύναμης του οχυρού συγκροτήματος.


Αποθήκη καυσίμων
Στην αποθήκη καυσίμων υπήρχε η κατάλληλο ποσότητα για τις ανάγκες φωτισμού του εσωτερικού του οχυρού, τη λειτουργία των λεβήτων των μαγειρείων, αλλά και τυχόν βενζινομηχανής, όπως αυτή για τη λειτουργία του προβολέα.
Αποχωρητήρια_ wc
Οι χώροι υγιεινής ήταν ζωτικής σημασίας για τη διαβίωση του προσωπικού που επάνδρωνε το οχυρό. Ήταν στοά πλάτους 2,4 μέτρα και χωρίζονταν σε δύο τμήματα. Το ένα ήταν το διαμέρισμα των νιπτήρων και της υδαταποθήκης, ενώ το δεύτερο των αποχωρητηρίων – ουρητηρίων. Αντιστοιχούσε μία θέση (λεκάνη) για κάθε 30 άτομα. Κατασκευάζονταν συνήθως κοντά στις εισόδους του οχυρού, για να επιτυγχάνεται καλύτερος εξαερισμός.
Αποχέτευση
Ο μολυσματικός αέρας, από μαγειρεία, τα wc, τις βενζινομηχανές μεταφέρονταν με ένα δίκτυο σωληνώσεων σε ένα χώρο χωρίς επένδυση από τσιμέντο, ώστε οι «βρώμικοι» υδρατμοί να απορροφούνται από το έδαφος, με φυσικό τρόπο.
Υγειονομικός θάλαμος
Σε κάθε συγκρότημα καταφυγίων Λόχου, υπήρχε υγειονομικός θάλαμος για την περίθαλψη ασθενών και την παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματίες. Κάθε υγειονομικός θάλαμος αποτελούταν από το θάλαμο των ασθενών (πλάτους 3 μέτρων) που περιλάμβανε συνήθως 4-5 κρεβάτια, το θάλαμο των νοσοκόμων.
Αποθήκες πυρομαχικών
Στα υπόγεια καταφύγια συμπεριλαμβάνονταν χώροι για την αποθήκευση των πυρομαχικών που είχαν τη μορφή των θαλάμων. Στους χώρους πυρομαχικών περιλαμβάνονταν αποθήκη φυσιγγίων, αποθήκη χειροβομβίδων, σηκός πυροδοτικών μηχανισμών βομβίδων και χώρος όπλισης των βομβίδων. Οι δύο τελευταίοι χώροι, έπρεπε να ήταν 5 μέτρα μακριά από τις αποθήκες πυρομαχικών. Η χωρητικότητα των αποθηκών προσαρμόζονταν προκειμένου να ικανοποιούν τις ανάγκες της φρουράς για τέσσερις ημέρες σφοδρού αγώνα και έξι ημέρες περιορισμένου, οι οποίες ενδεικτικά ήταν: 38.000 φυσίγγια ανά πολυβόλο, 20.000 ανά οπλοπολυβόλο, 980 φυσίγγια ανά μάχιμο άνδρα, 1.000 βλήματα ανά αντιαρματικό πυροβόλο.
Θέση εσωτερικής άμυνας (θ)

Επανδρώνονταν από οπλοπολυβόλο, όπως αντίστοιχα και η έξοδος του οχυρού, ώστε να εξουδετερώσει εχθρικό τμήμα, που τυχόν καταφέρει να εισέλθει εντός του οχυρού.
Δεξαμενή νερού

Για κάθε οχυρό συγκρότημα προβλέπονταν η αποθήκευση νερού για επάρκεια 10 ημερών, με καθημερινή αναλόγια 20 λίτρων ανά Αξιωματικό, 10 λίτρων ανά οπλίτη, 20 λίτρων ανά κρεβάτι ασθενή και 5 λίτρων για κάθε πολυβόλο Μαξίμ. Κατασκευάζονταν σε υψηλότερο από τα άλλα καταφύγια, για να εξασφαλίζεται η φυσική ροή του νερού στα σημεία υδροληψίας, χωρίς να απαιτείται άντληση. Η δεξαμενή ήταν από οπλισμένο σκυρόδεμα, επενδυμένη από γαλβανιζέ λαμαρίνα, χωρητικότητας 10μ3 .
Επιφανειακά έργα οχυρού (ενεργητικά σκέπαστρα)
Έργα προστασίας οργάνων διοίκησης
Παρατηρητήρια
Η προστασία των οργάνων παρατήρησης, γίνονταν με ειδικά ενεργητικά σκέπαστρα, τα παρατηρητήρια. Ο θάλαμος παρατήρησης είχε σχήμα τραπεζίου, με τη μικρή βάση εμπρός, που επεκτείνονταν σε ημικύκλιο και διαμόρφωνε το φάτνωμα παρατήρησης. Το άνοιγμα του φατνώματος στο εσωτερικό του είχε ύψος 10 εκατοστά, ενώ το πλάτος του ήταν όσο το ημικύκλιο του έργου. Προστατευόταν από χαλύβδινη θυρίδα, που κινούνταν με χειροκίνητο μηχανισμό για ελάττωση ή ολικό κλείσιμο του φατνώματος. Στην εξωτερική πλευρά υπήρχε ξύλινη επένδυση για να αποφεύγεται ο εξοστρακισμός των εχθρικών πυρών.
Οι διαστάσεις του εσωτερικού χώρου του παρατηρητηρίου του Διοικητή Λόχου 3,00 x 2,00 μέτρα και του Διμοιρίτη 2,60 x 1,00 μέτρα. Υπήρχε χώρο για την τοποθέτηση τραπεζιού και καρέκλας. Η επικοινωνία των παρατηρητηρίων με τα καταφύγια γίνονταν με κατακόρυφη μεταλλική σκάλα.
Στα όργανα διοίκηση συμπεριλαμβάνονταν επιπρόσθετα, οι προβολείς για τον εντοπισμό εχθρικών κινήσεως και οι οπτικοί σταθμοί ως συμπληρωματικός τρόπος επικοινωνίας με τα γειτονικά οχυρά, αλλά και φίλια τμήματα εκτός οχυρών.


Έργα προστασίας οργάνων πυρός
Πολυβολεία – αντιαρματικά πολυβολεία
Στο εσωτερικό του πολυβολείου υπήρχε υδατοδεξαμενή (κιβώτιο ύδατος) από γαλβανιζέ λαμαρίνα, χωρητικότητας 200λίτρων, τοποθετημένη πάνω σε δύο σιδηροτροχιές, για την ψύξη των υδρόψυκτων πολυβόλων (Μαξίμ) και την ύδρευση του προσωπικού. Για την επικοινωνία του πολυβολείου με τον διμοιρίτη υπήρχε τηλέφωνο εντός «σηκού», ενώ ο φωτισμός στο εσωτερικό του έργου γίνονταν με λύχνους πετρελαίου. Επίσης υπήρχε χώρος για την εναπόθεση 10.000 φυσιγγίων για το πολυβόλο. Η επικοινωνία των πολυβολείων με τα καταφύγια γίνονταν με κεκλιμένη σκάλα.
Τα οχυρά εξοπλίζονταν με τρεις τύπος πολυβόλων: Σαίντ Ετιέν, Χότσκις και υδρόψυκτα Μαχίμ, αντίστοιχα με αυτά που εξοπλίζονταν τα Συντάγματα Πεζικού του Ελληνικού Στρατού


Τα αντιαρματικά πυροβολεία ήταν εξοπλισμένα με πυροβόλα Ραϊνμεταλ 37 χιλιοστών και το μέγιστο πρακτικό βεληνεκές του ήταν από 800 έως 1.000 μέτρα.


Γενικά τα επιφανειακά έργα εξωτερικά είχαν «πτερυγότοιχους», αριστερά και δεξιά του έργου προκειμένου να συγκρατούν τα χώματα της απόκρυψης του έργου αλλά και λιθοριπές. Κατασκευάζονταν από πέτρες (λιθοδομή) ή από σκυρόδεμα απλού τσιμέντου, ώστε η κατασκευή να είναι όσο το δυνατό οικονομικότερη.
Ολμοβολεία
Ο θάλαμος βολής του σκέπαστρου ήταν κυκλικός με διάμετρο 2,20 μέτρα, όπου μπορούσαν να εργάζονται με άνεση τρεις «υπηρέτες» του όλμου και ήταν καλυμμένος με θολοειδές θωράκιο από χυτοχάλυβα θολοειδές θωράκιο ( Η θωράκιο ήταν από χυτοχάλυβα πάχους 10 περίπου εκατοστών για την προστασία του έργου από βλήματα 105 χιλιοστών, πακτωμένο στο σκυρόδεμα του έργου και μπορούσε να κλείσει με καπάκι). Στο κέντρο του θαλάμου βολής πακτώνονταν ο έστορας, γύρω από τον οποίον περιστρεφόταν ο κιλλίβαντας. Στην προέκταση του θαλάμου βολής κατασκευαζόταν δύο μικροί χώροι για τον πυροτεχνουργό και τον τηλεφωνητή. Επιπρόσθετα σε κάθε ολμοβολείο υπήρχε βληματοθήκη για 100 βλήματα των 81 χιλιοστών, ενώ για κάθε σωλήνα προβλέπονταν 350 βλήματα. Εξοπλίζονταν με όλμους Μπράντ 81 χιλιοστών, αντίστοιχους με αυτούς που εξοπλίζονταν τα Συντάγματα Πεζικού του Ελληνικού Στρατού.


Το σχέδιο πυρός των οχυρών με πυρά καμπύλης τροχιάς συμπληρώνονταν από βομβιδοβόλα, τα οποία και αυτά δεν ήταν ειδικά όπλα για οχυρώσεις, αλλά τυφέκια Λεμπέλ 8 χιλιοστών, τα οποία έβαλαν βομβίδες με ειδική χοάνι.
Πυροβολεία Πλαγιοφύλαξης
Τα πυροβολεία πλαγιοφύλαξης εξοπλίζονταν με ορειβατικά πυροβόλα 75/19 που διέθετε ήδη ο Ελληνικός Στρατός, καθώς η αγορά ειδικών πυροβόλων σε πύργο, απαιτούσε μεγάλο κόστος και χρόνο παράδοσης από προμηθευτές του εξωτερικού.
Για κάθε πυροβόλο προβλέπονταν 250 βλήματα μέσα στο επιφανειακό έργο σε ειδικές βληματοθήκες και 2.500 βλήματα στις αποθήκες πυρομαχικών. Μια κεκλιμένης στοάς πλάτους 1,40 μέτρων, που διέθετε και σιδηροδρομική γραμμή πάχους 40 εκατοστών για την κίνηση αμαξίδιου, διευκόλυνε την αναχορηγία του πυροβόλου με πυρομαχικά. Το αμαξίδιο μπορούσε να μεταφέρει έξι βλήματα και κινούνταν με τη βοήθεια βαρούλκου.
Οι κάλυκες απομακρύνονταν από το σκέπαστρο μέσω ενός κεκλιμένου σωλήνα που κατέληγε σε μια τάφρο. Με αυτή τη διάταξη απομάκρυνσης των καλύκων, το προσωπικό μπορούσε να κινούταν άνετα στο εσωτερικό του έργου, ενώ αποφεύγονταν και η συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα. Για τον καλύτερο εξαερισμό του έργου, αλλά και για έξοδο κινδύνου, κάθε έργο διέθετε μια βοηθητική έξοδο, που έκλεινε με χαλύβδινη πόρτα διαστάσεων 0,90 x 0,90 μέτρων και πάχους 15 χιλιοστών.
Η θυρίδα βολής του έργου έκλεινε από μια δίφυλλη χαλύβδινη θύρα, πάχους 50 χιλιοστών. Κινούνταν κατά τις οριζόντιες μετακινήσεις του σωλήνα του πυροβόλου, ώστε το άνοιγμα της να παραμένει σταθερό.
Εξωτερικά το σκέπαστρο προεκτείνονταν σε σχήμα μύτης (προστατευτική ρίνα) για την προστασία της θυρίδας βολής. Στο σημείο του η «ρίνα» συνδέονταν με το κυρίως έργο, υπήρχε τυφεκίθρα για την προστασία του πυροβολείου σε περίπτωση που το προσέγγιζε ο εχθρός.



Αντιαεροπορικά
Τα αντιαεροπορικά πυροβολεία ήταν εξοπλισμένα με πυροβόλα Ραϊνμεταλ 20 χιλιοστών. Ο θάλαμος βολής ήταν κυλινδρικού σχήματος από οπλισμένο σκυρόδεμα και ο κιλλίβαντας του πυροβόλου πατούσε πάνω σε τρία βάθρα από σκυρόδεμα που βρίσκονταν στο δάπεδο του έργου. Το προσωπικό και το πυροβόλο κάθε έργου, προστατευόταν από χαλύβδινο θολωτό θωράκιο πάχους 8 χιλιοστών, το βάρος του οποίου έφτανε τον ένα τόννο. Το άνοιγμα του θωρακίου (φάτνωμα βολής) είχε πλάτος 40 εκατοστά και επέτρεπε την εκτέλεση κατακόρυφων βολών.
