Ελληνική οχύρωση 1936-1941

Dr. Loulelis Audric (AMU – LA3M)

Αρχαιολόγος,

Εξειδίκευση στην ευρωπαϊκή οχυρωματική

Με τον σημερινό πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και την Ευρώπη να βιώνει μια νέα μείζονα σύρραξη από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η αμυντική ικανότητα των χωρών έχει αναδειχθεί σε επίκαιρο ζήτημα.

Όπως και σήμερα, έτσι και τη δεκαετία του 1930, αυτή η ανησυχία απασχολούσε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, είτε ήταν μεγάλες είτε μικρές. Τότε, στο πλαίσιο της αυξανόμενης διεθνούς έντασης, η Ελλάδα ανέπτυξε ένα νέο οχυρωματικό αμυντικό σύστημα. Η ελληνική στρατιωτική άμυνα και η συμβολή της στη νίκη των Συμμάχων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτέλεσαν αντικείμενο ευρείας μελέτης. Ωστόσο, οι μέθοδοι κατασκευής μέσω της σκέψης των στρατιωτικών μηχανικών έχουν σπάνια αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική στρατιωτική μηχανική είναι σχετικά νέα, προκύπτει το διπλό ερώτημα: πώς μια αδύναμη χώρα όπως η Ελλάδα δέχεται και προσαρμόζει ξένες επιρροές όταν απευθύνεται στις Μεγάλες Δυνάμεις, και πώς οι αρχιτεκτονικές μορφές παρέχουν αποδείξεις για βαθιές σκέψεις βασισμένες στις τελευταίες εμπόλεμες εμπειρίες. Πριν απαντηθεί αυτό το διπλό ερώτημα, φαίνεται ουσιώδες να αναδειχθούν οι δεσμοί ανάμεσα στην Ελλάδα, η οποία λειτουργεί ως «δέκτης πολιτικής», και τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις, που είναι διαμορφωτές πολιτικής.

Από τη μία πλευρά, καθώς Γάλλοι αξιωματικοί διακρίθηκαν οδηγώντας στρατεύματα στη νίκη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία απολαμβάνει μεγάλο κύρος. Επιπλέον, η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν διαμορφώσει ισχυρές διπλωματικές, πολιτιστικές και στρατιωτικές σχέσεις ήδη από την Ελληνική Επανάσταση. Από την άλλη, σημαντικό μέρος των Ελλήνων αξιωματικών εκπαιδεύτηκε σε γερμανικές στρατιωτικές σχολές. Αυτό συνέβη και με τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος υπήρξε αρχικά Υπουργός Στρατιωτικών και κατόπιν Πρωθυπουργός. Αυτός ήταν που έδωσε την ώθηση για την εκστρατεία οχυρωματικής ανάπτυξης στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1930, μετά από μια μακρά περίοδο αδράνειας. Αφού αναδείχθηκε η προσέγγιση της Ελλάδας με δύο μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία και η Γερμανία, η διερεύνηση των όρων μεταφοράς τεχνογνωσίας γίνεται ένα θεμιτό ερώτημα: Η τεχνογνωσία αυτή εισάγεται μέσω των Ελλήνων μηχανικών που εκπαιδεύονται στο εξωτερικό ή εξάγεται μέσω ξένων αποστολών κατόπιν αιτήματος της Ελλάδας; Τέλος, πώς μια μικρή χώρα υπερβαίνει τους περιορισμούς που επιβάλλει το μέγεθός της και η περιορισμένη οικονομική της δύναμη; Για την προσέγγιση αυτού του ζητήματος, επιλέχθηκε ο συνδυασμός δύο μεθόδων. Η πρώτη είναι η αρχαιολογική και αρχιτεκτονική μελέτη επί τόπου. Η δεύτερη είναι η εξέταση αρχείων που παρήχθησαν από τους ελληνικούς, γαλλικούς και γερμανικούς στρατούς καθώς και από τα Υπουργεία Εξωτερικών Ελλάδας και Γαλλίας. Αυτή η διπλή προσέγγιση οδήγησε σε αξιοσημείωτα και απροσδόκητα αποτελέσματα. Η μέθοδος αυτή κατέστησε δυνατή την επίδειξη της μεταφοράς αρχιτεκτονικού πολιτισμού από τη Δυτική Ευρώπη προς την Ελλάδα. Δείχνει επίσης την ικανότητα του ελληνικού στρατιωτικού πνεύματος να προσαρμόζεται και να καινοτομεί, ώστε να ξεπερνά τις δυσκολίες υιοθέτησης ενός αμυντικού συστήματος σχεδιασμένου για Μεγάλη Δύναμη.

Το κείμενο προέρχεται από τη διδακτορική διατριβή του Δρ. Λουλέλις Ωντρίκ, La fortification en Grèce (1930-1941) : modèles et innovations [Η οχύρωση στην Ελλάδα (1930-1941): μοντέλα και καινοτομίες]. 


Θεοδόσης Π. Τάσιος

Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ, Δρ ΕΜΠ, Dr h.c. Liege,

Professsor h.c. Nanjing, Επίτιμος Δρ Δημοκρίτειου,

Μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Τορίνο

Απ’ την μικρή συμβολή μου στην έρευνα αυτού του θέματος (πριν από ένα τέταρτο αιώνος), μου έμεινε κυρίως ένας πολύπλευρος θαυμασμός: ως Μελετητής και Κατασκευαστής Μηχανικός, εκτιμώ την μοναδικότητα αυτού του μεγάλου έργου που έγινε με ελληνικές μελέτες, ελληνικά χέρια, ελληνική τεχνογνωσία, ελληνική διευθυντική και με ελληνικές πιστώσεις. Όσο λάθος κι αν είχα κάνει όταν αδρομερώς εκτίμησα το συνολικό κόστος του έργου γύρω στα 30 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιλαμβάνεται κανείς το μοναδικό του μέγεθος – και μάλιστα υπό ιδιαίτερες συνθήκες ορεινότητας, διασποράς και μυστικότητας.

Η αναγνώριση των διευθυντικών / οργανωτικών ικανοτήτων του Ελληνικού Στρατού μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση αυτού του μεγάλου επιτεύγματος. Εγώ θεωρώ τιμή μου ότι, πολύ αργότερα, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω και να συνεργαστώ με τρεις από τους τόσο άξιους Αξιωματικούς Έργου της κατασκευής των οχυρών.

Αν, λόγω ειδικότητας, αναφερθώ τώρα και στην ποιότητα και την αντιβλητική ικανότητα του οπλισμένου σκυροδέματος των οχυρών, θα ήθελα να υπενθυμίσω εδώ και ορισμένες σπουδαίες τεχνολογικές καινοτομίες (οι οποίες μάλιστα δεν διέφυγαν της προσοχής του Γερμανού Στρατηγού Schneider μετά την εισβολή), όπως: η ευρεία χρήση ποζολάνης, η καινοτομική για την εποχή χρήση δονητών σκυροδέματος, καθώς και η διάταξη σιδηροπλισμού μάζας με σχετικώς μικρής διαμέτρου ράβδους.

Μερικές απ’ αυτές ήσαν καρπός της συνεργασίας του στρατιωτικού «Γραφείου Θεσσαλονίκης» με την επιτροπή Καθηγητών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας – Βουλγαρίας, κατασκευάσθηκαν 21 Οχυρά (μεταξύ των οποίων η Παπαδοπούλα, το Ιστίμπεη, το Αρπαλούκι, το Ρούπελ, το Περιθώρι, το Πυραμιδοειδές κ.ά.). Το καθένα-τους ήταν ένα περίκλειστο έργο ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση, με επιφανειακά έργα βολής (πυροβόλων, όλμων, βομβιδοβόλων, πολυβόλων κλπ.) και με ποικίλα άλλα υπόγεια έργα εγκαταστάσεων υποστήριξης (διοικητήριο, θάλαμοι, διαβιβάσεις, μαγειρεία, αποθήκες κάθε είδους, δεξαμενές, νοσοκομείο, συστήματα αερισμού και φωτισμού, αποχετεύσεις κλπ.). Ανάμεσα σε κάθε Οχυρό προς τα γειτονικά-του και προς τη μεθόριο, είχαν κατασκευασθεί έργα εκστρατείας και θέσεις μάχης για την επιβράδυνση του εχθρού, μαζί με ισχυρά αντιαρματικά κωλύματα, οδικό δίκτυο κλπ. Το Έργο ήταν ένα περίπλοκο άθροισμα ποικίλων έργων: οδοποιία, σήραγγες (οχυρά, διάδρομοι, υπνωτήρια, διαβιβάσεις, νοσοκομεία, αποθήκες, δεξαμενές), υδρευση/αποχέτευση, αερισμός, φωτισμός, τάφροι και χαρακώματα. Ο Στρατός μελέτησε τις ανάγκες σε ειδικευμένο προσωπικό για το όλο εγχείρημα, προώθησε τα κατάλληλα στελέχη αξιωματικών του Μηχανικού (εν ενεργεία ή αποστράτων) και ιδιωτών Πολιτικών Μηχανικών και ανεζήτησε τους κατάλληλους εργολάβους για την Κατασκευή. Οι διαγωνισμοί άρχισαν απ’ το 1936 και συνεχίζονταν σταδιακά και μετά το 1939, μέχρι και μετά την κήρυξη του πολέμου.

Το κείμενο είναι μέρος του εισαγωγικού προλόγου του Καθηγητή κ. Τάσιου Θεοδόσιου που περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση ιστορικό τόμο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού/ΓΕΣ με τίτλο Τα 21 οχυρά της παραμεθόριας Ζώνης 1936-1941 και στο Ενημερωτικό Δελτίο Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Τεύχος 2189, 4 Μαρτίου 2002.


Δημήτριος Κ. Μπάκας 

 Αντιστράτηγος

 Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ

Η Γραμμή Μεταξά σχεδιάσθηκε  για άμυνα κατά της Βουλγαρίας, γιατί  δεν ήταν δυνατόν να διανοηθεί κανείς τότε, ότι θα υπήρχε περίπτωση να δεχθούμε επίθεση από τη Γερμανία. Η κατασκευή της οχύρωσης ήταν «μια αριστοτεχνική σχεδίαση και εκτέλεση σε χρόνο πρωτόγνωρο», όπως σχολιάζει ο καθηγητής  του ΕΜΠ κ. Τάσιος Θεοδόσιος. Μια γραμμή αμύνης που υπήρξε η χρυσή αναλογία εκείνων των δύο Μεγάλων Αντιπάλων (Γερμανίας και Γαλλίας). Αλλά η επάνδρωση ήταν πιο θαυμαστή εάν λάβουμε υπόψη τον πολύμηνο αγώνα στην Ήπειρο. Εκείνα όμως που  δόξασαν τα Οχυρά , δεν ήταν μόνο τα 24.000 μέτρα μήκος, ούτε τα 180.000 κυβικά μέτρα μπετόν με τους 12.000 τόνους σιδηρού οπλισμού. Ούτε η τέλεια για την εποχή τους  σχεδίαση και κατασκευή  τους, αλλά η Ελληνική Ψυχή που τα υπερασπίσθηκε. Ήσαν οι εξαντλημένοι σωματικά, όχι όμως ψυχικά φαντάροι μας. Εκείνοι πού έκαναν το υπέρτατο ηθικό τους καθήκον, να θυσιάσουν το δικό τους είναι για την Αθάνατη Πατρίδα τους. Τουτέστιν για τους επιγόνους τους, για εμάς και τα παιδιά μας. Για τη Λευτεριά μας.

Τις μέρες εκείνες, εκεί επάνω στην πρώτη γραμμή του πυρός,  εξελίχθηκαν  ομηρικές σκηνές  ασύλληπτου μεγαλείου. Σκηνές που δεν περιγράφονται με λόγια. Η αυτοθυσία στο μεγαλείο της. Μόνο αν αναλογισθούμε τους φαντάρους μας μέσα στις στοές των οχυρών να τους καταπνίγουν οι καπνοί από τα  κλαδιά, που έκαιγαν επάνω  στις θυρίδες οι επιτιθέμενοι Γερμανοί , μας πιάνουν  τα δάκρυα  και τώρα ακόμη! Το επίτευγμα των οχυρών είναι καταπληκτικό!Οι ερπύστριες, οι οποίες ισοπέδωσαν ολόκληρη την Ευρώπη, δεν μπόρεσαν να υπερβούν τα οχυρά και να κάμψουν την αδούλωτη ψυχή των γενναίων υπερασπιστών τους. Όταν τα παράκαμψαν καθημαγμένη  και η μικρή Ελλάδα συνθηκολόγησε οι επιδρομείς παρουσίασαν όπλα από θαυμασμό προς του ημίθεους μαχητές, αντάξιους απογόνους του Λεωνίδα.  «Τιμή σ’ εκείνους, όπου στην ζωή των όρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες ( Καβάφης). Με την  ηρωική  της  αντίσταση Ελλάδα, πρώτη κατέρριψε το μύθο για το αήττητο του  Άξονα. Κατάφερε θανάσιμο πλήγμα στον έναν συνέταιρο. Τον κατέστησε ανάπηρο και ουδέποτε η Φασιστική   Ιταλία συνήλθε από την ήττα της.

Το κείμενο είναι μέρος του εισαγωγικού προλόγου του Αντιστράτηγου κ. Μπάκα Δημήτριου που περιλαμβάνεται στον ιστορικό τόμο Οχυρό Ρούπελ 1936-1941.